
Με την παγκόσμια οικονομία να δοκιμάζεται εκ νέου από γεωπολιτικούς κραδασμούς, οι επικεφαλής οικονομικής πολιτικής από όλο τον κόσμο κατευθύνονται στην Ουάσιγκτον για τις εαρινές συνεδριάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, μεταφέροντας μαζί τους ένα έντονο αίσθημα déjà vu. Μετά το σοκ των δασμών την προηγούμενη χρονιά, το 2026 σημαδεύεται από τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και τις επιπτώσεις του στις αγορές ενέργειας και την παγκόσμια ανάπτυξη.
Οι φετινές συνεδριάσεις, που θα πραγματοποιηθούν από τις 13 έως τις 18 Απριλίου, έρχονται σε μια συγκυρία αυξημένης αβεβαιότητας. Οι συνομιλίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο Ισλαμαμπάντ δεν κατέληξαν σε συμφωνία που θα μετέτρεπε την εύθραυστη εκεχειρία δύο εβδομάδων σε μόνιμη ειρήνη, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης.
Η σύγκρουση έχει ήδη επηρεάσει τις ενεργειακές ροές, ιδίως μέσω των εντάσεων στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους πιο κρίσιμους διαύλους μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως. Η εξέλιξη αυτή έχει πυροδοτήσει άνοδο των τιμών και αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων, με άμεσες συνέπειες για την ανάπτυξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη των οικονομιών τους και στην αποφυγή νέων στρεβλώσεων, σε ένα περιβάλλον περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων.
Προειδοποιήσεις για επιβράδυνση και περιορισμένα «όπλα»
Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε ότι η διεθνής κοινότητα εμφανίζεται λιγότερο ικανή να ανταποκριθεί σε διαδοχικά σοκ. Τα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν περιοριστεί, ενώ πολιτικές που προστατεύουν εθνικές οικονομίες ενδέχεται να επιβαρύνουν άλλες.
Η ίδια προανήγγειλε υποβάθμιση των προβλέψεων για την παγκόσμια ανάπτυξη, οι οποίες τον Ιανουάριο τοποθετούνταν στο 3,3% για το 2026. Πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, οι εκτιμήσεις έκαναν λόγο για ανάπτυξη 2,1% στις ΗΠΑ, 1,4% στην ευρωζώνη και 5,4% στην αναδυόμενη Ασία.
Η νέα πραγματικότητα, ωστόσο, διαμορφώνεται υπό την πίεση του ενεργειακού κόστους και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με τους επόμενους μήνες να θεωρούνται κρίσιμοι για την ανθεκτικότητα των οικονομιών.
Η εύθραυστη εκεχειρία και το στοίχημα των αγορών
Παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση, οι αγορές παραμένουν επιφυλακτικές. Η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει περιορίσει τα ακραία σενάρια, αλλά δεν έχει εξαλείψει τον κίνδυνο νέων αναταράξεων.
Καθοριστικός παράγοντας θεωρείται η ομαλή επαναλειτουργία των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Χωρίς σταθερή και απρόσκοπτη ναυσιπλοΐα, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνοντας την παγκόσμια ανάπτυξη.
Η σύγκριση με το προηγούμενο έτος είναι αναπόφευκτη: τότε, οι δασμοί αποδείχθηκαν λιγότερο επιζήμιοι από ό,τι αρχικά εκτιμήθηκε. Ωστόσο, το ενεργειακό σοκ που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να έχει πιο επίμονες και βαθιές επιπτώσεις, ιδιαίτερα εάν η κρίση παραταθεί.
Καθώς οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες συγκεντρώνονται στην Ουάσιγκτον, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο το μέγεθος του πλήγματος, αλλά και η ικανότητα του παγκόσμιου συστήματος να το απορροφήσει.
Ο συνδυασμός αυξημένης αλληλεξάρτησης με γεωπολιτικές εντάσεις καθιστά τη διαχείριση των κινδύνων όλο και πιο σύνθετη και τα περιθώρια για λάθη αισθητά μικρότερα.

