
Σημαντικά πιο σύνθετο, γραφειοκρατικό και… αβέβαιο είναι το τοπίο των αμερικανικών δασμών έναν χρόνο μετά την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Η αρχή του 2026 αποτυπώνει με σαφήνεια το μέγεθος της αλλαγής: οι αμερικανικές επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν ένα δασμολογικό σύστημα πρωτοφανούς πολυπλοκότητας, την ώρα που το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εξετάζει αν βασικοί πυλώνες της πολιτικής αυτής είναι καν νόμιμοι.
Ο πιο απτός δείκτης της αυξημένης πολυπλοκότητας είναι το λεγόμενο tariff book, επισήμως Harmonized Tariff Schedule of the United States. Η «βασική» έκδοση για το 2026, που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα, ξεπερνά τις 4.500 σελίδες.
Πρόκειται για περισσότερες από 100 σελίδες σε σχέση με πέρυσι και σχεδόν 800 περισσότερες από το 2017, όταν ο Τραμπ ανέλαβε για πρώτη φορά την προεδρία. Το έγγραφο αποτελεί τον κεντρικό οδηγό για τους εισαγωγείς, καθορίζοντας τι και πόσο πληρώνεται στο αμερικανικό Δημόσιο για κάθε κατηγορία προϊόντος.
Η διόγκωση αυτή δεν είναι απλώς θέμα όγκου, αλλά συνδέεται με αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν πόσοι από αυτούς τους κανόνες θα παραμείνουν σε ισχύ μέσα στο 2026.
Πού εντοπίζεται η μεγαλύτερη πολυπλοκότητα
Το αμερικανικό δασμολογικό σύστημα έχει μετατραπεί από «σχετικά εύκολο» σε «εξουθενωτικά δύσκολο». Σήμερα εφαρμόζονται 17 διαφορετικά δασμολογικά μέτρα σε σημαντικές εισαγωγές των ΗΠΑ, έναντι μόλις τριών το 2017. Το οικονομικό κόστος για τις επιχειρήσεις, πέρα από την ίδια την καταβολή των δασμών, χαρακτηρίζεται «πιθανότατα τεράστιο».
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση νέων ρυθμίσεων βρίσκεται στο Κεφάλαιο 99 του tariff book -από τη σελίδα 3.320 και μετά- το οποίο αφορά «προσωρινές τροποποιήσεις βάσει εμπορικής νομοθεσίας». Στην πράξη, πρόκειται για την αποτύπωση του καταιγισμού εκτελεστικών αποφάσεων που υπέγραψε ο Τραμπ τον τελευταίο χρόνο.
Από πηνία ανάφλεξης και υδραυλικούς εκσκαφείς έως δεκάδες άλλες κατηγορίες προϊόντων, κάθε είδος συνδέεται με συγκεκριμένο στατιστικό κωδικό και διαφορετικό δασμολογικό συντελεστή.
Κόστος και γραφειοκρατικό βάρος
Οι ίδιες οι επιβαρύνσεις παραμένουν υψηλές. Το Yale Budget Lab υπολογίζει ότι ο μέσος δασμολογικός συντελεστής για τους καταναλωτές διαμορφώνεται στο 16,8%. Ωστόσο, όπως σημειώνουν αναλυτές και επιχειρήσεις, το λιγότερο ορατό αλλά εξίσου σοβαρό πρόβλημα είναι το ρυθμιστικό βάρος.
Η διαχείριση των κανόνων, η συμμόρφωση και ο συνεχής έλεγχος αλλαγών έχουν εξελιχθεί σε ξεχωριστό κόστος, που επιβαρύνει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα αμερικανικά λιμάνια όπου υπολογίζονται και εισπράττονται οι δασμοί.
Το Ανώτατο Δικαστήριο και το ρίσκο ανατροπής
Στο παρασκήνιο, η προσοχή των αγορών είναι στραμμένη στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο εξετάζει τη νομιμότητα της χρήσης έκτακτων εξουσιών από τον Τραμπ για την επιβολή δασμών. Η απόφαση αναμένεται ακόμη και εντός ημερών και θεωρείται ικανή να προκαλέσει αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η υπόθεση Learning Resources, Inc. εναντίον Trump αφορά την ερμηνεία του νόμου του 1977, International Emergency Economic Powers Act (IEEPA), ο οποίος επιτρέπει στον πρόεδρο να κηρύσσει οικονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς όμως να αναφέρει ρητά τους δασμούς ως επιτρεπτό μέτρο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται έσοδα περίπου 100 δισ. δολαρίων. Από τις αρχές του 2025, οι ΗΠΑ έχουν εισπράξει πάνω από 200 δισ. δολάρια σε δασμούς, με το Tax Foundation να εκτιμά ότι το 55% προέρχεται από μέτρα αμφισβητούμενης νομιμότητας.
Τι μένει όρθιο και τι μπορεί να αλλάξει
Ακόμη και αν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφανθεί κατά του Τραμπ, ένα σημαντικό μέρος του δασμολογικού πλαισίου θα παραμείνει ανέγγιχτο. Εκτός δικαστικού ελέγχου βρίσκονται οι δασμοί που βασίζονται σε άλλες νομοθεσίες, όπως εκείνοι σε χάλυβα, αυτοκίνητα, έπιπλα και ξυλεία, οι οποίοι αντιστοιχούν περίπου στο 45% των εσόδων από δασμούς το 2025.
Μια αρνητική απόφαση, ωστόσο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεσες διορθώσεις εκατοντάδων εγγραφών στο tariff book, ένα έγγραφο που αναθεωρήθηκε περισσότερες από 30 φορές μέσα στο 2025, δημιουργώντας νέο κύμα βραχυπρόθεσμων προβλημάτων για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο επιστροφών δισεκατομμυρίων δολαρίων, αν κριθεί ότι οι δασμοί εισπράχθηκαν παράνομα. Ήδη μεγάλες εταιρείες, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Costco, έχουν κινηθεί νομικά για να διασφαλίσουν το δικαίωμά τους σε ενδεχόμενες επιστροφές.
Όπως προειδοποιούν αναλυτές της αγοράς, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, η διαδικασία δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε απλή, αλλά ένας μακρύς και περίπλοκος κύκλος διορθώσεων, προσφυγών και διαχειριστικών προκλήσεων, σε ένα δασμολογικό σύστημα που ήδη δοκιμάζει τα όρια των επιχειρήσεων.

