Ρεπορτάζ – Επιμέλεια: Αντώνης Ζήβας
Παρά τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για μια ταχεία επιστροφή των μεγάλων πετρελαϊκών στη Βενεζουέλα, οι ενεργειακοί κολοσσοί εμφανίζονται πολύ πιο διστακτικοί απ’ όσο θα ήθελε ο Λευκός Οίκος. Οι μνήμες απαλλοτριώσεων, οι αμερικανικές κυρώσεις και ένα ασταθές θεσμικό περιβάλλον λειτουργούν ως ισχυρά αντικίνητρα, με την ExxonMobil να στέλνει το πιο ξεκάθαρο μήνυμα επιφύλαξης.
Η ExxonMobil έστειλε σαφές μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο ότι η Βενεζουέλα εξακολουθεί να αποτελεί περιβάλλον υψηλού ρίσκου για μεγάλες επενδύσεις, υπογραμμίζοντας πως χωρίς βαθιές θεσμικές και νομικές αλλαγές η χώρα παραμένει «μη επενδύσιμη». Η τοποθέτηση ήρθε ως έμμεση απάντηση στις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να ρίξουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στη χώρα, με στόχο την επανεκκίνηση της παραγωγής και τη συγκράτηση των τιμών του πετρελαίου στις ΗΠΑ.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, κράτησε αποστάσεις κατά τη διάρκεια συνάντησης στον Λευκό Οίκο με κορυφαία στελέχη του ενεργειακού κλάδου. Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, ξεκαθάρισε στον Τραμπ ότι το υφιστάμενο νομικό και εμπορικό πλαίσιο στη Βενεζουέλα δεν επιτρέπει τη δέσμευση μεγάλων κεφαλαίων. Τόνισε την ανάγκη για αλλαγές στη νομοθεσία των υδρογονανθράκων, σταθερές εγγυήσεις προστασίας των επενδύσεων και ένα αξιόπιστο, λειτουργικό νομικό σύστημα.
Ο Γουντς υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η ExxonMobil έχει πληρώσει βαρύ τίμημα στο παρελθόν, καθώς περιουσιακά στοιχεία της στη Βενεζουέλα κατασχέθηκαν δύο φορές από τότε που η εταιρεία δραστηριοποιήθηκε στη χώρα, ήδη από τη δεκαετία του 1940. Η αναφορά αυτή εξηγεί γιατί οι μεγαλύτεροι ενεργειακοί όμιλοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στις εκκλήσεις του Τραμπ για άμεσες επενδύσεις «τουλάχιστον 100 δισ. δολαρίων», προκειμένου να αυξηθεί γρήγορα η παραγωγή.
Στην ίδια συνάντηση, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να είπε στους επικεφαλής των εταιρειών ότι θα έχει τον τελευταίο λόγο για το ποιες θα λάβουν άδεια δραστηριοποίησης στη Βενεζουέλα, καλώντας τους να κινηθούν γρήγορα. Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι υπάρχουν και άλλοι «πρόθυμοι» παίκτες που θα μπορούσαν να καλύψουν το κενό όσων διστάζουν.
Chevron, Repsol και Eni πιο ανοιχτές – αλλά με όρους
Άλλες εταιρείες εμφανίστηκαν πιο θετικές, αν και με σαφείς προϋποθέσεις. Η Chevron εκτίμησε ότι μπορεί να αυξήσει την παραγωγή της στη Βενεζουέλα κατά περίπου 50% μέσα σε 18 έως 24 μήνες, μέσω επέκτασης των υφιστάμενων δραστηριοτήτων της, οι οποίες σήμερα ανέρχονται σε περίπου 240.000 βαρέλια ημερησίως.
Ο επικεφαλής της Shell, Γουάελ Σαουάν, μίλησε για «επενδυτικές ευκαιρίες ύψους μερικών δισεκατομμυρίων δολαρίων», υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθούν συγκεκριμένες εξαιρέσεις από τις αμερικανικές κυρώσεις. Από την πλευρά της, η ισπανική Repsol ανέφερε ότι θα μπορούσε να τριπλασιάσει την παραγωγή της μέσα σε δύο έως τρία χρόνια, ενώ η ιταλική Eni σημείωσε ότι διαθέτει αποθέματα περίπου 4 δισ. βαρελιών στη χώρα και είναι έτοιμη να ενισχύσει τις επενδύσεις της.
Ο Τραμπ πίεσε τον Γουντς να δεσμευτεί πιο ξεκάθαρα, με τον επικεφαλής της ExxonMobil να απαντά ότι η εταιρεία θα αποστείλει τεχνική ομάδα τις επόμενες εβδομάδες για να αξιολογήσει επί τόπου τις συνθήκες. Πρόσθεσε, πάντως, ότι οι αλλαγές που απαιτούνται θεωρεί πως «μπορούν να εφαρμοστούν», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής εμπλοκής.
Την ίδια στιγμή, ο Χάρολντ Χαμ, ιδρυτής της Continental Resources και στενός σύμμαχος του Τραμπ, απέφυγε οποιαδήποτε συγκεκριμένη δέσμευση για επενδύσεις, παρότι χαρακτήρισε τα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας «πραγματικό κόσμημα».
Σύμφωνα με πληροφορίες από τη συνάντηση, ο Τραμπ ξεκαθάρισε επίσης ότι οι εταιρείες που έχασαν περιουσιακά στοιχεία στο παρελθόν δεν θα πρέπει να αναμένουν αποζημιώσεις. Απέρριψε, παράλληλα, το ενδεχόμενο κρατικής χρηματοδότησης για τη στήριξη επενδύσεων, αν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο παροχής ορισμένων νομικών εγγυήσεων και διαβεβαιώσεων ασφάλειας από την αμερικανική πλευρά, χωρίς όμως οικονομικά «δίχτυα» προστασίας.
Νομικοί και αναλυτές που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην περιοχή σημειώνουν ότι, παρά το υπαρκτό ενδιαφέρον, πολλοί μεγάλοι παίκτες εξακολουθούν να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή. Το πολιτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον στη Βενεζουέλα δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί, ενώ οι όροι υπό τους οποίους θα δοθούν άδειες ή εξαιρέσεις από τις κυρώσεις παραμένουν καθοριστικός παράγοντας για το αν και πότε θα ληφθούν τελικές επενδυτικές αποφάσεις.
Με πληροφορίες από: Financial Times

