Με την αγόρευση της εισαγγελέως και τις απολογίες των κατηγορουμένων, συνεχίστηκε στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου, η δίκη για τη δολοφονία της 52χρονης γυναίκας στη Λάρισα τον Μάιο του 2025 από τον 22χρονο γιο της. Η δίκη διεκόπη και θα συνεχιστεί την Τρίτη 17 Μαρτίου με τις αγορεύσεις των δικηγόρων και την έκδοση της απόφασης.
Η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την ενοχή του 22χρονου για τη δολοφονία της μητέρας του, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί μειωμένου καταλογισμού, ενώ πρότεινε και την ενοχή του ξαδέρφου του, για υπόθαλψη εγκληματία.
Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, οι ενέργειες του κατηγορουμένου μετά το έγκλημα, δείχνουν ότι είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του. Όπως ανέφερε, ο 22χρονος προχώρησε σε στοχευμένες κινήσεις, ώστε να εξαφανίσει στοιχεία και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η μητέρα του είχε φύγει από το σπίτι.
Ειδικότερα, φέρεται να πέταξε προσωπικά αντικείμενα της γυναίκας, όπως το κινητό της τηλέφωνο, την τραπεζική της κάρτα, την κάρτα εισόδου στο εργοστάσιο όπου εργαζόταν και τη φωτογραφίες της, προκειμένου να απομακρύνει τις υποψίες από πάνω του. Παράλληλα προσπάθησε να καθαρίσει τον χώρο του εγκλήματος.
«Δεν είμαι δολοφόνος – Δεν καταλάβαινα τι έκανα»
Κατά την απολογία του, ο 22χρονος εμφανίστηκε μετανιωμένος και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει τι έκανε την ώρα της επίθεσης.
«Δεν είμαι δολοφόνος. Αγαπάω όλους τους ανθρώπους και δεν έχω πειράξει ποτέ κανέναν», είπε στην αρχή της απολογίας του, αναφέροντας ότι είχε βιώσει bullying και δυσκολευόταν στις κοινωνικές του σχέσεις.
Στη συνέχεια περιέγραψε τη νύχτα πριν από το έγκλημα. Όπως είπε, είχε βγει μόνος του στο κέντρο της Λάρισας, όπου κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ενώ αγόρασε και ένα τσιγάρο από άγνωστο άνδρα στην πλατεία, το οποίο, όπως υποστήριξε, τον έκανε να αισθανθεί έντονη ζάλη, ταχυκαρδία και πονοκέφαλο. Γυρίζοντας στο σπίτι του τα ξημερώματα, συνάντησε τη μητέρα του που ετοιμαζόταν να φύγει για τη δουλειά της. Οι δύο τους καβγάδισαν, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, η μητέρα του τον κατηγόρησε ότι δεν εργάζεται και δεν βοηθά οικονομικά.
«Ήμουν σε άλλο κόσμο, δεν καταλάβαινα τι έκανα. Πήρα το μαχαίρι από τον πάγκο της κουζίνας και τη χτύπησα. Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά», είπε.
Η προσπάθεια συγκάλυψης
Ο 22χρονος κατέθεσε ότι όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, προσπάθησε να καθαρίσει το σπίτι και άρχισε να κλαίει.
Λίγη ώρα αργότερα, σύμφωνα με την περιγραφή του, βγήκε για καφέ με τον πατέρα του. Μετά τη συνάντηση τηλεφώνησε στον ξάδερφό του ζητώντας του να πάει στο σπίτι, για να τον βοηθήσει να πετάξουν κάποια χαλιά. Όταν ο ξάδερφος έφτασε στο σπίτι, αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά λόγω της έντονης μυρωδιάς. Όπως είπε ο 22χρονος, όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, προσπάθησε να καλέσει την αστυνομία, όμως ο κατηγορούμενος τον απείλησε ότι θα τον μπλέξει στον φόνο.
«Σκότωσες τη μάνα που σε γέννησε»
Ο ξάδερφος, ο οποίος κατηγορείται για υπόθαλψη εγκληματία, περιέγραψε στο δικαστήριο τη στιγμή που αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί. Όπως κατέθεσε, ο 22χρονος τον είχε καλέσει αρχικά για καφέ, όμως στη συνέχεια του ζήτησε να περάσουν από το σπίτι για να πετάξουν ένα χαλί.
«Μόλις μπήκα στο σπίτι υπήρχε μια μυρωδιά που μου ανακάτευε το στομάχι. Όταν είδα το χαλί κατάλαβα τι είχε συμβεί και του είπα: «Τι έκανες; Σκότωσες τη μάνα που σε γέννησε»;», ανέφερε.Ο ίδιος υποστήριξε ότι φοβήθηκε όταν απειλήθηκε και γι’ αυτό δεν κάλεσε αμέσως την αστυνομία.
Η αποκάλυψη από τους γείτονες
Η απόπειρα να εξαφανίσουν τη σορό αποκαλύφθηκε, όταν γείτονες είδαν τους δύο νεαρούς να μεταφέρουν ένα μεγάλο χαλί έξω από το σπίτι.Ένας από αυτούς ειδοποίησε την αστυνομία, καθώς υποψιάστηκε ότι μέσα υπήρχε ανθρώπινο σώμα. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν όταν παρατήρησε να προεξέχουν δάχτυλα ποδιού από την άκρη του χαλιού.
Το οικογενειακό υπόβαθρο
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελέας αναφέρθηκε και στο οικογενειακό παρελθόν του κατηγορουμένου. Όπως είπε, όταν ήταν 3,5 ετών οι γονείς του χώρισαν και η επιμέλεια δόθηκε στον πατέρα του, γεγονός που δεν επέτρεψε να αναπτυχθεί στενή σχέση με τη μητέρα του.
Αργότερα αποφάσισε να ζήσει μαζί της, ωστόσο, σύμφωνα με την εισαγγελέα, η σχέση τους παρέμεινε προβληματική, με συχνούς καβγάδες για οικονομικά ζητήματα και την αδυναμία του 22χρονου να βρει σταθερή εργασία.
«Θέλω να συνεχίσω τη ζωή μου»
Κλείνοντας την απολογία του, ο 22χρονος υποστήριξε ότι μετά το έγκλημα έχει τάσεις αυτοκτονίας και ότι στις φυλακές έχει δεχθεί κακοποίηση από άλλους κρατούμενους. «Την αγαπούσα τη μητέρα μου και με αγαπούσε. Υπόσχομαι στην κοινωνία ότι θα είμαι άλλος άνθρωπος. Έχω κόψει το αλκοόλ. Θέλω μόνο να συνεχίσω τη ζωή μου», είπε.

