Το «Per Sempre Si» έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη σύγχρονη Eurovision, με πολλούς να το βλέπουν ως μια επιστροφή στη μελωδία και το συναίσθημα, απέναντι σε μια εποχή όπου κυριαρχούν το θέαμα, τα social media και η λογική του viral.
Υπάρχουν στιγμές που η Eurovision μοιάζει να έχει ξεχάσει εντελώς τον λόγο που έγινε το πιο αγαπημένο τηλεοπτικό γεγονός της Ευρώπης. Η υπερβολή έγινε αυτοσκοπός, τα τραγούδια γράφονται λες και προορίζονται αποκλειστικά για αποσπάσματα στο TikTok, οι σκηνικές παρουσίες θυμίζουν περισσότερο διαφημιστική καμπάνια παρά μουσικό διαγωνισμό, και η συγκίνηση έχει αντικατασταθεί από στρατηγική… virality. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το «Per Sempre Si» ακούστηκε σαν κάτι σχεδόν απαγορευμένο: ένα τραγούδι που δεν προσπαθούσε να γίνει meme.
Και ίσως γι’ αυτό συγκίνησε τόσο πολύ τους ανθρώπους γύρω στα πενήντα.
Για όσους μεγάλωσαν με τη Eurovision των δεκαετιών του ’80 και του ’90, ο διαγωνισμός δεν ήταν ειρωνεία ούτε internet event. Ήταν βραδιά οικογενειακή. Ήταν η στιγμή που η Ευρώπη έμοιαζε ενωμένη μέσα από μελωδίες, μπαλάντες, ορχήστρες και ερμηνείες που δεν χρειάζονταν δώδεκα χορευτές και LED καταιγίδες για να σταθούν. Τα τραγούδια είχαν αρχή, κορύφωση και συναίσθημα. Οι τραγουδιστές έβγαιναν να πουν μια ιστορία και όχι να κυνηγήσουν reaction videos.
Το «Per Sempre Si» «κουβάλησε» ακριβώς αυτή τη χαμένη αίσθηση. Από την πρώτη νότα είχε κάτι από τη μεσογειακή δραματικότητα των παλιών ιταλικών συμμετοχών, κάτι από τις εποχές που η μελωδία ήταν σημαντικότερη από το staging. Δεν προσπαθούσε να είναι «μοντέρνο» με το ζόρι. Δεν ντρεπόταν να είναι συναισθηματικό. Και κυρίως, δεν φοβόταν τη μελωδία.
Και κάπου εκεί ήρθε αναπόφευκτα και η σύγκριση με τον Ακύλα και τη δέκατη θέση του. Γιατί ο Ακύλας έμοιαζε να εκπροσωπεί ακριβώς τη νέα Eurovision. «Κατασκευασμένο» image, «ηλεκτρονικό» σκηνικό σχεδιασμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, έντονη online προώθηση, αλλά ένα τραγούδι που τελικά δεν άφησε πραγματικό αποτύπωμα. Η δέκατη θέση του μπορεί να μην ήταν καταστροφή στα χαρτιά, όμως για πολλούς μοιάζει σαν αποτυχία ακριβώς επειδή υπήρχε τεράστιος θόρυβος γύρω από το project και πολύ λιγότερο συναίσθημα μέσα στο ίδιο το τραγούδι
Αυτό είναι που λείπει σήμερα από τη Eurovision, η ειλικρίνεια. Πολλά σύγχρονα τραγούδια μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί μέσα από αλγόριθμο. Υπολογισμένα drops, υποχρεωτικές αλλαγές ρυθμού, αγγλικοί στίχοι χωρίς ταυτότητα, σκηνικά που «φωνάζουν» περισσότερο από τη μουσική. Συχνά θυμάσαι το outfit αλλά όχι το ρεφρέν.
Οι πενηντάρηδες όμως θυμούνται άλλες εποχές. Θυμούνται τραγούδια που μπορούσες να σιγοτραγουδήσεις την επόμενη μέρα. Θυμούνται τη συγκίνηση των μεγάλων μπαλαντών, τις γλώσσες κάθε χώρας, τις στιγμές που η Eurovision ήταν περισσότερο μουσικός θεσμός και λιγότερο παγκόσμιο … timeline. Και όταν άκουσαν το «Per Sempre Si», ένιωσαν για λίγο ότι γύρισαν εκεί.
Όχι επειδή το τραγούδι ήταν «παλιομοδίτικο», αλλά επειδή είχε «ψυχή».
Η σημερινή Eurovision κυνηγά συνεχώς το επόμενο trend. Το «Per Sempre Si» θύμισε κάτι που η διοργάνωση ξεχνά όλο και περισσότερο. Η μουσική δεν χρειάζεται πάντα να «φωνάζει» για να μείνει αξέχαστη. Μερικές φορές αρκεί μια μελωδία, μια φωνή και ένα συναίσθημα που δεν κατασκευάζεται.
Και ίσως τελικά αυτό να ήταν που συγκίνησε τόσο πολύ μια γενιά που μεγάλωσε πριν η μουσική γίνει… περιεχόμενο.

