Την καμπάνα είχε ήδη χτυπήσει η Ομοσπονδία Υπαλλήλων του ΟΑΕΔ/ΔΥΠΑ. Σε ανακοίνωσή της στις 7 Ιανουαρίου 2025 είχε αναφέρει ότι η κυβέρνηση είχε ήδη «μειώσει δραστικά» τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών υπέρ ΟΑΕΔ/ ΔΥΠΑ και υποστήριζε ότι η σύνδεση εισφορών με ύψος και διάρκεια του επιδόματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μικρότερο επίδομα και λιγότερους δικαιούχους.
Τώρα δύο «λαγοί» του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του δηλαδή, και ο βουλευτής Μάκης Βορίδης, θέτουν ζήτημα ο μεν πρώτος την καταβολή του επιδόματος ανεργίας για μόλις δύο μήνες και ο δεύτερος τον «εξορθολογισμό» της επιδοματικής πολιτικής.
Από το 2019 ο Κυρ. Μητσοτάκης αντιμετώπιζε τους ανέργους σαν γάγγραινα. Το αποτέλεσμα; Μείωνε «πανηγυρίζοντας» τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων κι έτσι ψαλίδιζε τις ροές χρήματος προς τη ΔΥΠΑ. Ο ίδιος ο Π. Μαρινάκης εξήγησε πώς θεωρεί ότι πρέπει να πάνε τα χρήματα που θα εξοικονομηθούν στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Μπορεί μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε να διευκρίνισε ότι πρόκειται για προσωπική θέση, όχι για κυβερνητική απόφαση. Μπορεί να ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται για μέτρο που βρίσκεται σήμερα στον κυβερνητικό σχεδιασμό. Όμως ακριβώς αυτή είναι η λειτουργία του «λαγού» στην πολιτική.
Εδώ εισέρχονται τα κυβερνητικά πεπραγμένα της επταετίας, οι «προσωπικές απόψεις» του κυβερνητικού εκπροσώπου φωτίζουν το δυστοπικό μέλλον που επιφυλάσσει ο Κυρ. Μητσοτάκης εφόσον εκλεγεί για τρίτη τετραετία. Γιατί, προτού φτάσει η συζήτηση στο πόσους μήνες πρέπει να πληρώνεται ο άνεργος, έχει προηγηθεί μια ολόκληρη πολιτική συστηματικής μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών. Και μεγάλο τμήμα αυτής της μείωσης πέρασε ακριβώς από τους πόρους που χρηματοδοτούσαν τον πρώην ΟΑΕΔ και σήμερα τη ΔΥΠΑ.
Οι διαδοχικές μειώσεις
Οι εισφορές υπέρ ΟΑΕΔ και συναφών λογαριασμών βρίσκονταν το 2019 στο 6,96% και μετά τις διαδοχικές παρεμβάσεις περιορίστηκαν στο 3,06%. Η διαφορά είναι 3,9 ποσοστιαίες μονάδες. Σε σχέση με το 2019 μιλάμε για μείωση περίπου 56%.
Ας έρθουμε τώρα στο γιατί οι «λαγοί» στρώνουν ωσάν οδοστρωτήρες το έδαφος για μείωση του χρόνου καταβολής του επιδόματος ανεργίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ήδη εξαγγείλει νέα μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα από τον Απρίλιο του 2027. Ο ίδιος ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης στην εξειδίκευση των εξαγγελιών Μητσοτάκη από τη ΔΕΘ ανέφερε ότι η μείωση ασφαλιστικών εισφορών θα γίνει από το σκέλος των κρατήσεων υπέρ ΔΥΠΑ. Ωστόσο επισήμανε ότι το σχετικό κόστος θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω μόνιμης αύξησης της επιχορήγησης της ΔΥΠΑ. Το οικονομικό επιτελείο έχει υπολογίσει το δημοσιονομικό κόστος σε 163 εκατ. ευρώ το 2027 και 218 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2028.
Την ώρα λοιπόν που η κυβέρνηση αφαιρεί άλλη μισή μονάδα από τις εισφορές υπέρ ΔΥΠΑ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανοίγει συζήτηση για δραστική συρρίκνωση της παροχής που προστατεύει τον εργαζόμενο από τον κίνδυνο της ανεργίας. Είναι βλέπετε ο περιβόητος «δημοσιονομικός χώρος» που επιτάσσει περικοπή της δαπάνης…
Σήμερα το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας ανέρχεται στα 565 ευρώ. Σε αυτό το σημείο το κυβερνητικό αφήγημα αρχίζει να γίνεται ακόμη πιο προβληματικό. Ο Π. Μαρινάκης επικαλέστηκε τις επιχειρήσεις που δεν βρίσκουν εργαζόμενους και υποστήριξε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος πραγματικά θέλει να βρει δουλειά και δεν βρίσκει. Είναι μια αισχρή μεν, βολική δε γενίκευση που χρησιμοποιεί κατά κόρον και συλλήβδην το πολιτικό σύστημα στη βάση του «κοινωνικού αυτοματισμού» που θέλει τη μία κατηγορία πολιτών να συγκρούεται με τις υπόλοιπες.
Είναι δηλαδή ένας τρόπος να μεταφερθεί η συζήτηση από τη δομή της αγοράς εργασίας στη συμπεριφορά του ανέργου. Ξαφνικά το πρόβλημα δεν είναι αν η προσφερόμενη θέση βρίσκεται στην ίδια περιοχή, αν αντιστοιχεί στα προσόντα του εργαζομένου, αν προσφέρει βιώσιμο μισθό ή αν αφορά εποχική εργασία. Το πρόβλημα γίνεται ο ίδιος ο άνεργος που ο Π. Μαρινάκης τον περιγράφει ως τεμπέλη. Μόνο που ο περίφημος «βολεμένος» άνεργος εισπράττει βασικό επίδομα 565 ευρώ τον μήνα. Και δεν του το χαρίζει κανείς.
Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως αναγκάστηκε να υπενθυμίσει το αυτονόητο παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τον Π. Μαρινάκη: το επίδομα ανεργίας είναι ασφαλιστικό, ανταποδοτικό δικαίωμα, όχι προνοιακό βοήθημα. Οι εργαζόμενοι καταβάλλουν εισφορές για όσο εργάζονται ακριβώς, ώστε να ασφαλίζονται έναντι του κινδύνου να χάσουν τη δουλειά τους. Αυτό είναι ίσως το πιο ηχηρό άδειασμα της οικονομικής λογικής της πρότασης. Δεν το είπε συνδικαλιστής. Το είπε η ίδια η υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Ελλειμμα σοβαρότητας
Ας μεταφράσουμε τώρα τους δύο μήνες του Μαρινάκη σε ευρώ. Ενας άνεργος που σήμερα δικαιούται πέντε μήνες βασικής επιδότησης μπορεί να λάβει στους πέντε μήνες 2.825 ευρώ. Για οκτάμηνη επιδότηση 4.520 ευρώ και για δωδεκάμηνη 6.780 ευρώ. Σύμφωνα με τις «προσωπικές απόψεις» του κυβερνητικού εκπροσώπου, αρκεί η καταβολή επιδόματος δύο μηνών. Αρα 565 x 2 = 1.130 ευρώ. Δηλαδή μείωση κατά 60%, 75% και 83,3% ανάλογα με τους μήνες καταβολής του επιδόματος. Καθίσταται προφανές ότι δεν μιλάμε για «εξορθολογισμό» μερικών δεκάδων ευρώ όπως θέλει να δηλώνει ο Μ. Βορίδης. Μιλάμε δυνητικά για αφαίρεση χιλιάδων ευρώ ασφαλιστικής προστασίας από έναν εργαζόμενο τη στιγμή ακριβώς που έχει χάσει το εισόδημα της εργασίας του.
Υπάρχει όμως και κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό που δείχνει την έλλειψη σοβαρότητας στην πρόταση του κυβερνητικού εκπροσώπου. Η ίδια η κυβέρνηση που έχει ήδη προχωρήσει στην πιλοτική εφαρμογή του νέου επιδόματος ανεργίας έχει σχεδιάσει ένα σύστημα που μπορεί να φτάσει σε 24 μήνες επιδότησης.
Η ΔΥΠΑ εξηγεί ότι το νέο σύστημα συνδέει τη διάρκεια με τον ασφαλιστικό χρόνο, απαιτεί τουλάχιστον 175 ημέρες ασφάλισης, λαμβάνει υπόψη την ασφαλιστική ιστορία και είναι εμπροσθοβαρές: δίνει περισσότερα στην αρχή και μειώνει σταδιακά την παροχή ώστε να ενισχύσει την επανένταξη στην αγορά εργασίας. Αρα η κυβέρνηση υιοθετεί το σύστημα: περισσότερες εισφορές και μεγαλύτερος ασφαλιστικός βίος μπορούν να σημαίνουν μεγαλύτερη προστασία. Ομως ο εκπρόσωπός της υποστηρίζει ότι αρκούν μόλις δύο μήνες καταβολή επιδόματος και τέλος.
Ο «εξορθολογισμός»
Θα μπορούσε κανείς να αντιμετωπίσει τη δήλωση Μαρινάκη ως άστοχη προσωπική τοποθέτηση. Μόνο που η συζήτηση δεν σταμάτησε εκεί. Ο Μ. Βορίδης τοποθετήθηκε υπέρ της ανάγκης «εξορθολογισμού» της επιδοματικής πολιτικής. Η λέξη είναι εξαιρετικά βολική. Στην πολιτική γλώσσα ο «εξορθολογισμός» ακούγεται πάντοτε πιο κομψός από την «περικοπή». Ομως οι άνεργοι δεν πληρώνουν το ενοίκιο, το ρεύμα και το σουπερμάρκετ με κυβερνητικές πομφόλυγες. Τα πληρώνουν με ευρώ. Και στην προκειμένη περίπτωση το επίδομα δεν είναι φιλανθρωπία της «Μαξίμου ΑΕ». Είναι ασφαλιστική παροχή που συνδέεται με προηγούμενες εισφορές.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οικοδομήσει σημαντικό τμήμα της οικονομικής πολιτικής της πάνω στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Η ίδια υπολογίζει ότι από το 2019 έως την άνοιξη του 2027 η συνολική μείωση θα φτάσει τις 5,9 ποσοστιαίες μονάδες, με κόστος περίπου 1,8 δισ. ευρώ κατά τον χρόνο υλοποίησης των επιμέρους παρεμβάσεων.
Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους είναι απολύτως θεμιτός στόχος οικονομικής πολιτικής. Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει τον λογαριασμό. Διότι, όταν μειώνεις τις εισφορές ενός ασφαλιστικού συστήματος, υπάρχουν τρεις βασικοί δρόμοι: αναπληρώνεις τους πόρους από τον προϋπολογισμό, μειώνεις τις παροχές ή βρίσκεις άλλες πηγές χρηματοδότησης. Στην περίπτωση της νέας μισής μονάδας του 2027 η κυβέρνηση επέλεξε –ορθώς ως προς τη διατήρηση των πόρων– την αναπλήρωση από τον προϋπολογισμό. Και ακριβώς γι’ αυτό η πρόταση Μαρινάκη προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα.

