free hit counter
OPENNEWS
Image default
Κόσμος

Όταν οι προστάτες των κρατικών μυστικών τα μετατρέπουν σε εμπόρευμα – Η ιστορία σε Γερμανία και ΗΠΑ


Στις αρχές της εβδομάδας, δύο άνθρωποι που είχαν κάποτε στα χέρια τους τα μυστικά του κράτους τους βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη. Στη Γερμανία συνελήφθη ο Άουγκουστ Χάνινγκ, πρόεδρος της ομοσπονδιακής υπηρεσίας πληροφοριών (BND) από το 1998 έως το 2005, ενώ στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ ο πρώην αξιωματούχος της CIA Ντέιβιντ Ρας παραδεχόταν ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου ότι απέσπασε σχεδόν 200 εκατ. δολάρια από την αμερικανική κυβέρνηση. Οι κατηγορίες στις δύο υποθέσεις είναι διαφορετικές, όμως σε κάθε περίπτωση οι εισαγγελείς περιγράφουν ένα στέλεχος που εκμεταλλεύτηκε την πρόσβασή του σε απόρρητες πληροφορίες για προσωπικό του όφελος, ενώ και στις δύο εμφανίζεται μια ξένη χώρα την οποία οι αρχές μέχρι στιγμής αποφεύγουν να κατονομάσουν.

Για τον Χάνινγκ, η ομοσπονδιακή εισαγγελία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι αγόραζε από τον πρώην προϊστάμενο του γραφείου του, Μάνφρεντ Ντ., απόρρητα έγγραφα της BND για να τα χρησιμοποιεί στη δουλειά του ως ιδιώτης σύμβουλος. Η εισαγγελία δεν αποκάλυψε σε ποια χώρα ανήκε η υπηρεσία για την οποία ο Χάνινγκ φέρεται να συνέταξε εκτίμηση ασφαλείας, όμως το γερμανικό περιοδικό Spiegel γράφει ότι οι ερευνητές εξετάζουν επαφές του με αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών του Αζερμπαϊτζάν. Όπως σημειώνει η γερμανική ιστοσελίδα ενημέρωσης t-online, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του πρώην αρχικατασκόπου είχαν απασχολήσει τον γερμανικό Τύπο ήδη από το 2021, με αναφορές σε πιθανές διασυνδέσεις με τη Ρωσία, σε δουλειές στη Μέση Ανατολή και σε μια θέση στο εποπτικό συμβούλιο μιας λετονικής τράπεζας.

Η υπόθεση του Ρας αποκαλύφθηκε τον Μάιο, όταν πράκτορες του FBI βρήκαν στο σπίτι του στη Βιρτζίνια 298 ράβδους χρυσού αξίας περίπου 46 εκατ. δολαρίων. Όπως μεταδίδουν τα αμερικανικά δίκτυα ABC και CBS, ο Ρας, στέλεχος της CIA σε θέση ανώτερου διευθυντικού επιπέδου, επινόησε δύο ανύπαρκτα «Προγράμματα Ειδικής Πρόσβασης», δηλαδή απόρρητες επιχειρήσεις που γνωρίζει ένας πολύ μικρός κύκλος αξιωματούχων. Με αυτά έπεισε ανώτερους αξιωματούχους να εγκρίνουν πληρωμές προς αυτόν, υποστηρίζοντας ψευδώς ότι είχε την έγκριση υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης Τραμπ. Με περίπου 145 εκατ. δολάρια αγόραζε πολυτελή ακίνητα στη Φλόριντα για να τα ανακαινίσει και να τα μεταπωλήσει, ενώ για τον χρυσό ισχυριζόταν ότι τον είχε διανείμει.

Στο δικαστήριο ο Ρας παραδέχθηκε ακόμη ότι αποκάλυψε σε αξιωματούχο ξένης κυβέρνησης την ταυτότητα μιας μυστικής πηγής των ΗΠΑ, χωρίς οι εισαγγελείς να αναφέρουν ποια ήταν η χώρα ή ποιο ήταν το κίνητρό του. Ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ δήλωσε ότι η υπηρεσία παρέπεμψε η ίδια την υπόθεση στο FBI μετά από εσωτερική έρευνα, προσθέτοντας ότι ο Ρας «έκανε κατάχρηση της θέσης του και πρόδωσε την εμπιστοσύνη του κοινού». Η ποινή του, που μπορεί να φτάσει τα 20 χρόνια φυλάκιση, θα ανακοινωθεί στις 28 Ιανουαρίου 2027.

Από τη Βιέννη ως τη Δρέσδη

Η σύλληψη του Χάνινγκ ακολουθεί δύο καταδίκες σε Αυστρία και Γερμανία, που αφορούσαν επίσης ανθρώπους με πρόσβαση σε κρατικά αρχεία ή σε γραφεία πολιτικών, με τη διαφορά ότι εκεί οι αρχές κατονόμασαν τις χώρες για τις οποίες δούλευαν, τη Ρωσία και την Κίνα. Τον Μάιο, στη Βιέννη, ένα δικαστήριο καταδίκασε σε τέσσερα χρόνια και έναν μήνα τον Έγκιστο Οτ, πρώην αρχιεπιθεωρητή της αυστριακής υπηρεσίας ασφαλείας. Σύμφωνα με αυστριακά μέσα, ο Οτ έκανε αναζητήσεις σε κρατικά αρχεία για λογαριασμό της ρωσικής FSB, ενώ κατηγορήθηκε ότι παρέδωσε σε Ρώσους πράκτορες για 20.000 ευρώ φορητό υπολογιστή με απόρρητα στοιχεία κράτους της ΕΕ. Μεσάζων ήταν ο Γιαν Μάρσαλεκ, πρώην στέλεχος της γερμανικής εταιρείας πληρωμών Wirecard, ο οποίος καταζητείται από το 2020, όταν η εταιρεία κατέρρευσε. Μέσω του ίδιου δικτύου, κατά την κατηγορία, έφτασαν στη ρωσική FSB τα υπηρεσιακά κινητά υψηλόβαθμων στελεχών του αυστριακού υπουργείου Εσωτερικών, που είχαν πέσει στο νερό σε μια βαρκάδα το 2017.

Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 2025, δικαστήριο της Δρέσδης είχε καταδικάσει σε τέσσερα χρόνια και εννέα μήνες τον Τζιαν Γκ., βοηθό του τότε ευρωβουλευτή της ακροδεξιάς AfD Μαξιμίλιαν Κρα. Από το 2019 έως το 2024 ο Γκ. δούλευε στο γραφείο του Κρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απ’ όπου έστελνε έγγραφα στις κινεζικές αρχές, ενώ παρακολουθούσε για λογαριασμό τους και Κινέζους αντιφρονούντες στην Ευρώπη. Όπως έγραψε η ιστοσελίδα Table.Media, η υπόθεση χαρακτηρίστηκε η σοβαρότερη υπόθεση κινεζικής κατασκοπείας που έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα στη Γερμανία.

Το ίδιο σενάριο εδώ και δεκαετίες

Αρκετά από τα στοιχεία που περιγράφουν σήμερα οι εισαγγελείς θυμίζουν υποθέσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Οι ράβδοι χρυσού του Ρας παραπέμπουν στον Όλντριτς Έιμς, στέλεχος της αντικατασκοπείας της CIA, που συνελήφθη το 1994, όταν οι ερευνητές πρόσεξαν ότι με μισθό 60.000 δολαρίων είχε αγοράσει σπίτι 540.000 δολαρίων τοις μετρητοίς. Από το 1985 είχε εισπράξει 4,6 εκατ. δολάρια από Σοβιετικούς και Ρώσους, ενώ τουλάχιστον δέκα πηγές της CIA εκτελέστηκαν. Επτά χρόνια αργότερα το FBI συνέλαβε τον δικό του πράκτορα Ρόμπερτ Χάνσεν, αφού αγόρασε για 7 εκατ. δολάρια από πρώην αξιωματικό της KGB τον φάκελο ενός άγνωστου «τυφλοπόντικα», όπου οι ερευνητές αναγνώρισαν τη φωνή του σε μια ηχογράφηση.

Ο Χάνινγκ εντοπίστηκε μέσα από μια έρευνα για απαγωγή παιδιών, ενώ για τον Χάιντς Φέλφε, που συνελήφθη το 1961, η πληροφορία ήρθε από τον ίδιο τον αντίπαλο. Ο Φέλφε ήταν επικεφαλής της αντικατασκοπείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης, όμως επί δέκα χρόνια έδινε στην KGB απόρρητα έγγραφα, αποκαλύπτοντας τα ονόματα 94 Γερμανών πρακτόρων. Τον εντόπισαν χάρη σε έναν αποστάτη της KGB, που περιέγραψε τον «τυφλοπόντικα» χωρίς ωστόσο να γνωρίζει το όνομά του. Στη Βρετανία, ο Κιμ Φίλμπι, μέλος του κύκλου κατασκόπων που στρατολόγησαν οι Σοβιετικοί ανάμεσα σε απόφοιτους του Κέιμπριτζ, είχε φτάσει να εκπροσωπεί τη μυστική υπηρεσία MI6 στην Ουάσιγκτον, ενώ τον Ιανουάριο του 1963 εξαφανίστηκε από τη Βηρυτό για να εμφανιστεί στη Μόσχα.

Πριν από τον Χάνινγκ, ένας ακόμη επικεφαλής γερμανικής υπηρεσίας είχε κατηγορηθεί για προδοσία. Τον Ιούλιο του 1954, ο Ότο Γιον, πρώτος πρόεδρος της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας της Δυτικής Γερμανίας, εξαφανίστηκε για να εμφανιστεί στο Ανατολικό Βερολίνο. Επέστρεψε αργότερα στη Δυτική Γερμανία λέγοντας ότι τον είχαν απαγάγει, όμως καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση, ενώ δεκαετίες αργότερα ο αρχηγός της ανατολικογερμανικής κατασκοπείας Μάρκους Βολφ υποστήριξε ότι πράγματι τον νάρκωσαν και τον απήγαγαν.

Τα ερωτήματα που μένουν

Στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, οι αρχές κρατούν ακόμη κρυφό τα ονόματα των χωρών που εμπλέκονται. Οι Γερμανοί ερευνητές θα πρέπει να εξηγήσουν πώς ο Μάνφρεντ Ντ. έβγαζε απόρρητα έγγραφα από τη BND για τουλάχιστον 12 χρόνια, ενώ στις ΗΠΑ το ερώτημα είναι πώς ένας αξιωματούχος εξασφάλισε έγκριση για 200 εκατ. δολάρια επικαλούμενος προγράμματα που δεν υπήρχαν.





ΠΗΓΗ

Related posts

Καλιφόρνια: Σκύλος πέθανε για να προστατεύσει ζευγάρι από επίθεση αρκούδας

admin

Φύλλο και φτερό το περιβάλλον Τραμπ για σκάνδαλα από τους Δημοκρατικούς – «Είναι απατεώνες»

admin

G7: Συμφώνησαν στην αποδέσμευση έως και 100 εκατ. βαρελιών ντίζελ και αργού πετρελαίου

admin

Αφήστε ένα σχόλιο