
Σε αγώνα δρόμου επιδίδονται το οικονομικό επιτελείο και οι τράπεζες για να ανεβεί μέσα σε λίγες εβδομάδες όσο είναι δυνατό η αξιοποίηση των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης. Με την αυστηρή προθεσμία για τη σύναψη νέων δανειακών συμβάσεων να έχει οριστεί για τις 29 Μαΐου 2026, η Ελλάδα καλείται να συμβασιοποιήσει δάνεια ύψους 8,1 δισ. ευρώ, όπως αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα σε ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο.
Από τον συνολικό φάκελο των 17,7 δισ. ευρώ που αναλογούν στο δανειακό σκέλος του προγράμματος για τη χώρα μας, έως τα μέσα Απριλίου 2026 είχαν δεσμευτεί σε συμβάσεις έργα ύψους 9,6 δισ. ευρώ, αναφέρει η ΤτΕ στο αγγλόφωνο σημείωμά της για την οικονομία. Η κάλυψη της διαφοράς των 8,1 δισ. ευρώ μέσα σε λίγες εβδομάδες αποτελεί έναν πρακτικά ανέφικτο στόχο για την αγορά και τον διοικητικό μηχανισμό.
Η λύση της Αναπτυξιακής Τράπεζας
Αναγνωρίζοντας την αντικειμενική αδυναμία να υπογραφούν εγκαίρως όλες οι συμβάσεις με τους τελικούς δικαιούχους μέχρι τα τέλη Μαΐου, η κυβέρνηση προχωρά σε μια κομβική στρατηγική κίνηση: μεταφέρει το σύνολο των δανείων που δεν θα προλάβουν να αξιοποιηθούν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (HDB).
Μέσω αυτού του ελιγμού, οι πόροι «κλειδώνουν» εντός του εθνικού συστήματος και ο στόχος είναι να διατεθούν στην πραγματική οικονομία και στις επιχειρήσεις σε βάθος χρόνου, έως και το 2029, δηλαδή πολύ μετά τη λήξη του ευρωπαϊκού προγράμματος.
Η μόχλευση των πόρων και οι τράπεζες
Η δυναμική του δανειακού σκέλους, ωστόσο, έχει ήδη δημιουργήσει ένα ισχυρό κύμα επενδύσεων. Σύμφωνα με την ΤτΕ, μέχρι και τον Μάρτιο του 2026, οι δανειακές συμβάσεις που είχαν ήδη υπογραφεί μέσω των εμπορικών τραπεζών αφορούσαν επενδυτικά σχέδια συνολικού προϋπολογισμού 21,6 δισ. ευρώ.
Το ποσό αυτό είναι αποτέλεσμα ισχυρής μόχλευσης: 9,8 δισ. ευρώ προέρχονται από τα δάνεια του RRF, 6,9 δισ. ευρώ συνεισφέρουν οι τράπεζες (συγχρηματοδότηση) και τα υπόλοιπα 4,9 δισ. ευρώ αποτελούν την ίδια συμμετοχή των επενδυτών.
Είναι ενδεικτικό ότι, από την έναρξη του προγράμματος τον Ιούλιο του 2022, ο όγκος των τραπεζικών δανείων που συγχρηματοδοτούν έργα του RRF αντιστοιχεί περίπου στο 10% των συνολικών νέων τραπεζικών επιχειρηματικών δανείων καθορισμένης διάρκειας. Έως τον Απρίλιο του 2026, είχαν εκταμιευθεί στους τελικούς δικαιούχους δάνεια ύψους 5,8 δισ. ευρώ.
«Οπισθοβαρής» εκτέλεση
Η Ελλάδα παραμένει μεταξύ σε υψηλές θέσεις στην Ευρώπη στην εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η χώρα έχει ήδη εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ (12,9 δισ. σε επιχορηγήσεις και 11,7 δισ. σε δάνεια), απορροφώντας το 68% του συνολικού φακέλου των 36 δισ. ευρώ. Η επίδοση αυτή είναι αισθητά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (59%).
Όμως, η/ χώρα έχει εκπληρώσει μόνο το 53% των συνολικών οροσήμων και στόχων. Η ΤτΕ διαπιστώνει ότι η εκτέλεση του σχεδίου είναι πιο «οπισθοβαρής» (backloaded) σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στον βαρύ διοικητικό φόρτο -ένα φαινόμενο κοινό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό οδήγησε και στην πρόταση αναθεώρησης του Εθνικού Σχεδίου «Ελλάδα 2.0» που κατατέθηκε στην Κομισιόν τον Μάιο του 2026.
Στο μέτωπο των επιχορηγήσεων (συνολικού ύψους 18,2 δισ.), μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 είχαν φτάσει στην πραγματική οικονομία περίπου 8,9 δισ. ευρώ. Οι πόροι αυτοί χρηματοδοτούν ένα ευρύ φάσμα παρεμβάσεων:
-
Ενεργειακές αναβαθμίσεις νοικοκυριών, ηλεκτρικές διασυνδέσεις νησιών και εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας.
-
Ψηφιακό μετασχηματισμό των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜμΕ), ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης και προηγμένα δίκτυα τηλεπικοινωνιών (π.χ. μικροδορυφόροι).
-
Ανακαινίσεις νοσοκομείων, ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και προγράμματα επανακατάρτισης (upskilling/reskilling).
-
Έργα υποδομών, όπως ο αυτοκινητόδρομος Κεντρικής Ελλάδας, έργα οδικής ασφάλειας, αναδασώσεις και διαχείριση υδάτινων πόρων.
-
Κοινωνικές πολιτικές, όπως η οικονομική ενίσχυση για την απόκτηση πρώτης κατοικίας μέσω του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ».
Η επόμενη ημέρα (2027 – 2028)
Το κρίσιμο ερώτημα για το μακροοικονομικό περιβάλλον είναι τι θα συμβεί μετά την επίσημη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης στο τέλος του 2026. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΤτΕ, το επίπεδο των συνολικών επενδύσεων αναμένεται να παραμείνει το 2027 σταθερό στα υψηλά επίπεδα του 2026. Αυτό θα επιτευχθεί επειδή οι εμπορικές τράπεζες (και πλέον και η Αναπτυξιακή Τράπεζα) θα συνεχίσουν να εκταμιεύουν δόσεις από τα εγκεκριμένα δάνεια του RRF προς τις επιχειρήσεις.
Αν και οι δημόσιες επενδύσεις θα σημειώσουν πτώση το 2027 λόγω της διακοπής των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων, οι ιδιωτικές επενδύσεις -οι οποίες στοχεύουν στην παραγωγική αναβάθμιση και υπερβαίνουν την απλή κατασκευή κατοικιών- θα συνεχίσουν να αυξάνονται χάρη στο ισχυρό φαινόμενο προσέλκυσης (crowding-in effect).
Τη σκυτάλη της χρηματοδότησης θα αναλάβουν εν συνεχεία τα νέα ευρωπαϊκά ταμεία, όπως το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 (49,2 δισ. ευρώ για την Ελλάδα) και οι πρόσθετοι πόροι 8 δισ. ευρώ από το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα (Social Climate Fund), το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών. Με αυτά τα δεδομένα, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 1,9% για το 2026 και θα ενισχυθεί ελαφρώς στο 2,0% ετησίως για τη διετία 2027-2028.

