Ένας εργαζόμενος σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξη, αφού αποκαλύφθηκε ότι βιντεοσκοπούσε τον εαυτό του να κακοποιεί σεξουαλικά ηλικιωμένες γυναίκες με άνοια.
Ο Ντέιβιντ Τζόουνς, 53 ετών, στοχοποιούσε εξαιρετικά ευάλωτους ηλικιωμένους ασθενείς, στο πλαίσιο μιας «αποτρόπαιης» εκστρατείας κακοποίησης, κλειδώνοντας τον εαυτό του στα δωμάτια τους και καταγράφοντας μέρος των πράξεων του.
Ένα από τα θύματα δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε να περιγράψει τι της είχε συμβεί, ενώ η οικογένεια ενός άλλου ανέφερε ότι είχε παρατηρήσει τον «φόβο στα μάτια της», όμως οι ανησυχίες τους απορρίφθηκαν από τη διοίκηση της μονάδας ως απλά συμπτώματα της προχωρημένης άνοιας.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο του Canterbury, ο Τζόουνς συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από συνάδελφό του σε δωμάτιο θύματος με κατεβασμένο παντελόνι, ενώ έρευνα στο κινητό του αποκάλυψε την έκταση των πράξεων του.
Δεύτερο θύμα ταυτοποιήθηκε μέσω φωτογραφιών που είχε τραβήξει ο ίδιος κατά τη διάρκεια της κακοποίησης.
Η αστυνομία εντόπισε επίσης υλικό παιδικής πορνογραφίας, καθώς και πλήθος φωτογραφιών από πιθανά ακόμη θύματα μέσα σε μονάδες φροντίδας, τα οποία δεν έχουν ακόμη ταυτοποιηθεί.
Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την ενοχή του για δύο κατηγορίες σεξουαλικής δραστηριότητας με άτομο που πάσχει από ψυχική διαταραχή που επηρεάζει τη δυνατότητα συναίνεσης, για σεξουαλική πράξη από εργαζόμενο φροντίδας με τέτοιο άτομο, καθώς και για κατοχή άσεμνου υλικού με ανηλίκους.
Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 15 χρόνια φυλάκισης και επιπλέον τέσσερα χρόνια υπό επιτήρηση μετά την αποφυλάκιση. Στην πράξη, θα εκτίσει ολόκληρη την ποινή των 15 ετών, εκτός αν πείσει το Συμβούλιο Αποφυλακίσεων, μετά από τουλάχιστον 10 χρόνια, ότι δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο.
Ο δικαστής Σάιμον Τζέιμς χαρακτήρισε τα θύματα «ιδιαίτερα ευάλωτα», σημειώνοντας ότι το ένα δεν είχε καμία ικανότητα συναίνεσης και το άλλο, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει ή να καταγγείλει όσα βίωνε.
«Και οι δύο είχαν εμπιστευθεί τη φροντίδα τους σε εσάς, και η στοχοποίησή τους για τη διαστροφή σας αποτελεί μία από τις πιο αποτρόπαιες παραβιάσεις εμπιστοσύνης που μπορεί να φανταστεί κανείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι οικογένειες ενός από τα θύματα έκαναν λόγο για προειδοποιητικά σημάδια που αγνοήθηκαν και κατηγόρησαν τη διοίκηση της μονάδας ότι δεν διερεύνησε επαρκώς τις ανησυχίες τους.
Δήλωσαν ότι αισθάνονται «ανακούφιση» που ο Τζόουνς βρίσκεται πλέον στη φυλακή και ευχαρίστησαν αστυνομία και εισαγγελείς για την απόδοση δικαιοσύνης, τονίζοντας πως η μητέρα τους υπέστη «έντονο φόβο, πόνο και αγωνία», χωρίς καν τη δυνατότητα να εκφράσει ή να κατανοήσει τι της συνέβαινε.
Η οικογένεια ανέφερε επίσης ότι παρατήρησε «ραγδαία επιδείνωση» της υγείας της, με μώλωπες, κατάγματα και εμφανή φόβο, όμως οι ανησυχίες τους απορρίφθηκαν από τη μονάδα, η οποία απέδιδε τα πάντα στην άνοια.
«Αυτό επέτρεψε στον Τζόουνς να συνεχίσει τις πράξεις του μέχρι που ένας νοσηλευτής τον έπιασε επ’ αυτοφώρω», σημείωσαν.
Παράλληλα, εξέφρασαν απογοήτευση ότι η μονάδα εξακολουθεί να διατηρεί «καλή» αξιολόγηση από την αρμόδια ρυθμιστική αρχή, παρά την έρευνα και την καταδίκη.
Άλλοι εργαζόμενοι είχαν ήδη εκφράσει ανησυχίες για τη συμπεριφορά του, παρατηρώντας ότι επισκεπτόταν ορισμένους ασθενείς πολύ πιο συχνά από το προβλεπόμενο, ενώ παραμελούσε άλλους.
Ο δικαστής σημείωσε ότι είναι «σχεδόν αδύνατο να αποτιμηθεί το ψυχολογικό τραύμα» των θυμάτων, ενώ αναγνώρισε την οργή και την προδοσία που αισθάνονται οι οικογένειες.
Μετά την καταδίκη, εκπρόσωπος της αστυνομίας του Κεντ δήλωσε ότι ο Τζόουνς «εκμεταλλεύτηκε ευάλωτες γυναίκες για τη δική του σεξουαλική ικανοποίηση» και ότι οι πράξεις του συνιστούν «σοβαρή παραβίαση εμπιστοσύνης».
Δικηγόρος που εκπροσωπεί την οικογένεια σε αστική αγωγή κατά της μονάδας φροντίδας τόνισε ότι η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερο έλεγχο προσωπικού, καλύτερη εποπτεία και σοβαρή διερεύνηση καταγγελιών από συγγενείς και εργαζόμενους.
Όπως ανέφερε, ο Τζόουνς κατάφερε να διαπράττει τα εγκλήματά του «λόγω αποτυχίας της μονάδας να διερευνήσει επαρκώς τις ανησυχίες».
«Οι μονάδες φροντίδας οφείλουν να παρέχουν ασφαλές περιβάλλον για τους πιο ευάλωτους ανθρώπους. Κάθε καταγγελία κακοποίησης πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη μέγιστη σοβαρότητα», υπογράμμισε.
Με πληροφορίες από: Daily Mail

