
Αύξηση των κενών θέσεων εργασίας στην Ελλάδα καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρά το γεγονός ότι η ανεργία βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, άνω του 10% την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού αποδίδεται στις χαμηλές αμοιβές και στις συνθήκες εργασίας που επικρατούν και αποθαρρύνουν την απασχόληση.
Αποδίδεται επίσης στην έλλειψη ταλέντων που αναζητούν οι επιχειρήσεις, αλλά την ίδια στιγμή δηλώνουν στις έρευνες ότι και να βρουν ταλαντούχους και εξειδικευμένους εργαζόμενους «αυτοί ζητούν υψηλές αμοιβές», επιβεβαιώνοντας ότι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν.
Αναλυτικότερα σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας κατά το Α΄ τρίμηνο 2026 παρουσιάζει αύξηση κατά 0,3% σε σύγκριση με το Α΄ τρίμηνο 2025 και ανήλθαν σε 52.231, από 52.070 πέρυσι, έναντι μείωσης 26,5% που παρουσίασε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του Α’ τριμήνου έτους 2025 προς το Α’ τρίμηνο 2024.
Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ περιλαμβάνει το σύνολο των εργοδοτών στην οικονομία, εξαιρουμένου του πρωτογενή τομέα και των δραστηριοτήτων των νοικοκυριών. Αφορά επίσης, τις «Κενές Θέσεις Εργασίας» στο άμεσο μέλλον, δηλαδή στις θέσεις που θα πρέπει να καλυφθούν σε διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών μηνών.
Υπενθυμίζεται ότι το ποσοστό της ανεργίας το α΄ τρίμηνο αυξήθηκε για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνθια και διαμορφώθηκε στο 10,6%.
Όλα εξηγούνται
Ωστόσο η έλλειψη εργαζομένων εξηγείται από τον συνδυασμό των συνθηκών εργασίας και των αμοιβών, με τα κυριότερα προβλήματα να αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον τουρισμό.
Ως προς τις συνθήκες εργασίας, το βασικό πρόβλημα είναι οι απλήρωτες υπερωρίες και γενικά η υπερεργασία, ακόμα και σε κλάδους που είναι η υποχρεωτική η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας.
Όπως καταγράφεται άλλωστε και στην έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ το ένα τρίτο των εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται πέραν του ωραρίου και σχεδόν οι μισοί εξ αυτών δεν πληρώνονται.
Τονίζεται ότι η υπερεργασία δεν αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά διατρέχει διαφορετικά μεγέθη επιχειρησιακής οργάνωσης. Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας:
- Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αφορά σημαντικό τμήμα των εργαζομένων και δεν συνοδεύεται πάντα από άμεση χρηματική αποζημίωση.
- Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους, 35,5%, δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο.
- Από όσους εργάζονται επιπλέον ώρες, περισσότεροι από τους μισούς, 54,7%, δηλώνουν ότι πληρώνονται για αυτές.
- Το 34,5% δεν πληρώνεται και 8,9% δεν λαμβάνει χρηματική αμοιβή, αλλά άδεια ή ρεπό.
- Συνολικά, 43,4% δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του.
- Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, ενώ η ένταση των υπερωριών παραμένει υψηλή και στις μεσαίες επιχειρήσεις.
- Στις επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων, το 32% δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό ωράριο τουλάχιστον μερικές φορές.
- Στις επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω το ποσοστό φτάνει το 45,4%.
- Μεταξύ όσων απασχολούνται επιπλέον ώρες, το υψηλότερο ποσοστό έντονης υπερωριακής απασχόλησης, δηλαδή 6 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, καταγράφεται στις επιχειρήσεις 50–249 εργαζομένων, με 35,6%, και στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, με 35,5%.

