Η πραγματική οικονομία πνέει τα λοίσθια. Είναι το αποτέλεσμα της κατακρήμνισης της αγοραστικής δύναμης που φέρνει «πνιγμό» στις μικρές επιχειρήσεις. Από το 2021 η ελληνική κοινωνία βιώνει μια συνεχή υποβάθμιση του βιοτικού της επιπέδου, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να φέρει την κύρια ευθύνη για την οξεία κρίση του κόστους ζωής που ταλανίζει τα ελληνικά νοικοκυριά. Η κυβερνητική πολιτική έχει ποδοπατήσει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ενώ διά των έμμεσων φόρων –κυρίως του ΦΠΑ– φουσκώνει φορομπηχτικά το ΑΕΠ, φέρνοντας παράλληλα στο χείλος του γκρεμού τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα που αντιμετωπίζει ραγδαία και δυσβάσταχτη αύξηση του λειτουργικού κόστους και μείωση του όγκου πωλήσεων.
Η ψευδαίσθηση των αριθμών
Πλέον αποτυπώνεται και σε επίπεδο πτώσης τζίρου που τόσα χρόνια αποτελεί το πεδίο κυβερνητικών πανηγυρισμών. Μπορεί τα νοικοκυριά να ψώνιζαν λιγότερα, αλλά το φούσκωμα των τιμών έφερνε αυξήσεις τζίρου και πανηγυρικούς αλαλαγμούς για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών στα καταστήματα λιανικού εμπορίου εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, το β΄ τρίμηνο του 2026 ο κύκλος εργασιών μειώθηκε, σε πραγματικές τιμές, κατά 3,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όταν σε ονομαστικές τιμές αυξήθηκε κατά 1,2%. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η αύξηση του ονομαστικού τζίρου στο σύνολο του λιανεμπορίου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών (πληθωρισμός της απληστίας) και όχι στην πώληση περισσότερων προϊόντων.
Η πτώση χτυπά μεγάλους και μικρούς
Μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) εμφανίζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Το β΄ τρίμηνο του 2026, οι μεγάλες επιχειρήσεις κατέγραψαν ισχυρή πτώση των πραγματικών τους πωλήσεων κατά 6,1%. Η εξέλιξη του κύκλου εργασιών για το σύνολο των ΜμΕ στο λιανεμπόριο κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση αλλά με ηπιότερους ρυθμούς αφού ο τζίρος, σε διορθωμένες ως προς τον πληθωρισμό τιμές, υποχώρησε κατά 2,9% την ίδια χρονική περίοδο.
Οσον αφορά τη διάρθρωση του τζίρου εντός των ΜμΕ, στις πολύ μικρές επιχειρήσεις οι πωλήσεις χωρίς τις ανοδικές πιέσεις του πληθωρισμού υποχώρησαν, συγκριτικά με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα κατά 3,8%. Οι μικρές επιχειρήσεις φαίνεται να πιέζονται στον ίδιο σχεδόν βαθμό καθώς σε πραγματικές τιμές η πτώση στον τζίρο ανήλθε σε 3,2%.
Με αφορμή την ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών στα καταστήματα λιανικού εμπορίου εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων κατά το β΄ τρίμηνο και σωρευτικά κατά το α΄ εξάμηνο του 2026, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης δήλωσε: «Η ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ επιβεβαιώνει τους ισχυρούς κλυδωνισμούς που βιώνει το ελληνικό εμπόριο». Το δεύτερο τρίμηνο ο κύκλος εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων (εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων) μειώθηκε, σε πραγματικούς όρους, κατά 3,7%, εξέλιξη χειρότερη από την ήδη αρνητική επίδοση του πρώτου τριμήνου. Πλέον, η πτώση του τζίρου σε αποπληθωρισμένες τιμές εμφανίζει νέα χαρακτηριστικά: Αποτυπώνεται πλέον με ιδιαίτερα ισχυρή ένταση στις μεγάλες επιχειρήσεις (-6,1% σε πραγματικούς όρους) και ακολουθούν οι πολύ μικρές (-3,8%) και μικρές (-3,2%). Διασώζονται μόνο οι μεσαίες (+2,3%), τα αποτελέσματα όμως των οποίων δεν αρκούν για να ανατρέψουν την καθοδική πορεία. Τα παραπάνω ευρήματα έχουν συγκεκριμένες αιτίες, οι οποίες έχουν εδώ και καιρό επισημανθεί με κάθε τρόπο από την ΕΣΕΕ: μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών ως αποτέλεσμα και του σωρευτικά διογκωμένου πληθωρισμού, που αποτυπώνεται στην αύξηση της επιβάρυνσης για διατροφή, του κόστους στέγασης, ενέργειας, αλλά και στην ευρύτερη αλλαγή του καταναλωτικού μοντέλου και στην απορρόφηση ενός σημαντικού τζίρου από τις ασύδοτες πολυεθνικές ψηφιακές πλατφόρμες.

