Να είναι ο λαγός της κυβέρνησης που κάνει μασάζ ενόψει του κύματος αισχροκέρδειας που φέρνει «ουρανοκατέβατα κέρδη» στα διυλιστήρια; Είναι μήπως ο χαρακτήρας του βουλευτή της ΝΔ και καθηγητή στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, ο οποίος θέλει να προκαλεί για να βρίσκεται στο επίκεντρο του τηλεοπτικού ενδιαφέροντος των καναλιών που διψούν για τηλεοπτικές ατάκες; Οπως και να έχει, η φράση του Δημήτρη Καιρίδη ότι η βενζίνη στα 2,50 ευρώ είναι «πάρα πολύ», αλλά «δεν είναι κρίση», και ότι «η κρίση είναι όταν θα πάει στα 5 ευρώ» θα μπορούσε να μείνει στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μόνο που οι αριθμοί στα πρατήρια και… οι αναστεναγμοί των οδηγών μπροστά στα ευρώ της κάνουλας μετατρέπουν τη συζήτηση σε καθαρά οικονομική.
Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι τα 2,50 ευρώ δεν βρίσκονται πλέον σε κάποιο μακρινό θεωρητικό σενάριο. Τα στοιχεία του επίσημου Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων στις 8 Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι η απλή αμόλυβδη 95 οκτανίων έχει ήδη καταγεγραμμένη μέγιστη τιμή 2,499 ευρώ στην Αθήνα. Στις Κυκλάδες η μέγιστη τιμή φτάνει τα 2,481 ευρώ, στα Δωδεκάνησα τα 2,488, στη Μαγνησία τα 2,475 και στη Λευκάδα τα 2,469 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για τιμές συγκεκριμένων πρατηρίων και όχι για μέσους όρους των περιοχών – μια διάκριση απαραίτητη για την ακρίβεια της εικόνας. Οι μέσες τιμές είναι χαμηλότερες αλλά αποκαλυπτικές. Στις Κυκλάδες η μέση τιμή βρίσκεται στα 2,313 ευρώ, στα Δωδεκάνησα στα 2,218 ευρώ και στη Λευκάδα στα 2,189 ευρώ. Στην Αθήνα, παρά το πρατήριο των 2,499 ευρώ, ο μέσος όρος είναι 2,075 ευρώ.
Ανατίμηση 19,4%
Η πραγματική οικονομική διάσταση φαίνεται όταν τα 2,5 ευρώ συγκριθούν με τον επίσημο πανελλαδικό μέσο όρο. Το ημερήσιο δελτίο της ΔΙΜΕΑ για τις 7 Σεπτεμβρίου καταγράφει μέση τιμή απλής αμόλυβδης 2,093 ευρώ το λίτρο, με στοιχεία από 4.366 πρατήρια. Αν η πανελλαδική μέση τιμή φτάσει στα 2,5 ευρώ, δεν θα πρόκειται για μια αύξηση «μερικών λεπτών». Θα πρόκειται για ανατίμηση 19,4%. Σε ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων ο λογαριασμός από 104,65 ευρώ σήμερα θα ανεβεί στα 125 ευρώ. Διαφορά 20,35 ευρώ σε κάθε γέμισμα. Για έναν οδηγό που καταναλώνει 100 λίτρα τον μήνα το πρόσθετο κόστος φτάνει τα 40,70 ευρώ τον μήνα ή 488,40 ευρώ τον χρόνο, εφόσον η τιμή παραμείνει στα 2,50 ευρώ.
Εδώ μπορεί κάποιος να συγκρίνει τα κυβερνητικά πανηγύρια για την επερχόμενη αύξηση στον κατώτατο μισθό, που φέρνει μόλις 40 ευρώ μεικτά στο πορτοφόλι, για να καταλάβει τις διαφορές. Ας μη γελιόμαστε, για το νοικοκυριό δεν υπάρχει κάποιο μαγικό όριο στα 5 ευρώ. Η απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος αρχίζει από το πρώτο επιπλέον λεπτό στο λίτρο.
Βαρύ το κόστος
Η ΕΛΣΤΑΤ υπολόγισε για το 2024 τη μέση μηνιαία καταναλωτική δαπάνη του ελληνικού νοικοκυριού στα 1.724,54 ευρώ. Οι μεταφορές αντιπροσώπευαν το 13,3% της συνολικής δαπάνης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το 13,3% αφορά αποκλειστικά τη βενζίνη – η κατηγορία περιλαμβάνει συνολικά τις δαπάνες μεταφορών. Δείχνει όμως ότι ένα σημαντικό κομμάτι του οικογενειακού προϋπολογισμού συνδέεται ήδη με τη μετακίνηση.
Και η χώρα εξακολουθεί να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες καυσίμων. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε το 2024 1,799 εκατ. τόνους απλής αμόλυβδης, αυξημένους κατά 1,8% σε σχέση με το 2023. Στο diesel κίνησης η κατανάλωση έφτασε τους 2,979 εκατ. τόνους. Αυτό είναι σημαντικό και για μια δεύτερη διάκριση: η βενζίνη πλήττει άμεσα τον ιδιώτη οδηγό, αλλά για το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων καθοριστικότερη είναι η εξέλιξη του diesel. Δεν είναι οικονομικά έντιμο να φορτώνεται αυτομάτως κάθε ανατίμηση προϊόντων στην τιμή της βενζίνης. Εάν όμως η άνοδος συνδεθεί συνολικά με τα καύσιμα, τότε ανοίγει και ο δεύτερος γύρος επιβαρύνσεων μέσω μεταφορών και διανομής.
Οι υψηλοί φόροι
Υπάρχει και η φορολογική πλευρά του λογαριασμού. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) στην αμόλυβδη είναι 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 0,7 ευρώ στο λίτρο, ενώ ο κανονικός ΦΠΑ είναι 24%. Σε τελική τιμή 2,5 ευρώ ο ΦΠΑ που εμπεριέχεται στην τιμή αντιστοιχεί περίπου σε 0,484 ευρώ ανά λίτρο. Μαζί με τα 0,7 ευρώ του ΕΦΚ, οι δύο φόροι αντιστοιχούν σε περίπου 1,184 ευρώ ανά λίτρο. Σε 50 λίτρα αυτό σημαίνει περίπου 59,19 ευρώ μόνο από ΕΦΚ και ΦΠΑ.
Ο ισχυρισμός ότι τα 2,5 ευρώ «δεν είναι κρίση» αν μη τι άλλο πάσχει από έλλειψη κοινωνικής ενσυναίσθησης. Για έναν εργαζόμενο που χρειάζεται καθημερινά αυτοκίνητο, για μια οικογένεια στην περιφέρεια ή για έναν κάτοικο νησιού όπου οι τιμές είναι ήδη υψηλότερες, η κρίσιμη ερώτηση είναι πόσο εισόδημα απομένει τελικά αφού γεμίσει το ρεζερβουάρ. Οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας, καθώς στα 2,5 ευρώ το 50λιτρο γίνεται 125 ευρώ, η αύξηση από τον σημερινό πανελλαδικό μέσο όρο προσεγγίζει το 20% και τα πρατήρια που αγγίζουν αυτό το επίπεδο υπάρχουν ήδη.
Πρόβλημα χωρίς λύση από το 2021
Η βενζίνη δεν χρειάζεται να φτάσει στα 5 ευρώ για να δημιουργήσει πρόβλημα στην οικονομία. Για πολλά νοικοκυριά ο λογαριασμός έχει γίνει πρόβλημα ήδη από το 2021, με τα «ουρανοκατέβατα κέρδη» τότε στα διυλιστήρια εξαιτίας της πανδημίας, που συνεχίζουν να συντηρούν τον πληθωρισμό της απληστίας και να φουσκώνουν φορομπηχτικά το ΑΕΠ.

