«Πλέον η μπάνκα είμαι εγώ» καυχήθηκε προ ημερών ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ, παρότι τον περασμένο Ιούλιο ομολογούσε ότι «οι αγορές ομολόγων έχουν ρίξει περισσότερες κυβερνήσεις από τα οβιδοβόλα».
Η απόδοση στο αμερικανικό δεκαετές άγγιξε το 5,24%, το υψηλότερο από το 2007, την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πανηγύριζε για «την πιο καυτή οικονομία του κόσμου» τάζοντας 5.000 δολάρια σε κάθε ενήλικο πολίτη εφόσον οι Ρεπουμπλικάνοι τα πάνε καλά στις τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, με συνολικό κόστος 1,2 τρισ. δολάρια. Η αγορά επανέφερε στην επικαιρότητα τη φράση του συμβούλου των Δημοκρατικών Τζέιμς Κάρβιλ: «Αν υπήρχε μετενσάρκωση, θα ήθελα να επιστρέψω ως η αγορά ομολόγων. Μπορείς να εκφοβίσεις τους πάντες».
Το αμερικανικό κράτος δεν υποφέρει μόνο του. Το βρετανικό δεκαετές χτύπησε 5,4% και το ιαπωνικό το υψηλότερο από το 1996. Το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου στα αμερικανικά ομόλογα οφείλεται, κατά την TD Securities, στις προσδοκίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων, ενώ κολοσσοί τεχνητής νοημοσύνης δανείζονται από τους ίδιους επενδυτές. «Ακόμη και η Ελλάδα δανείζεται φτηνότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες» παρατήρησε ο αρθρογράφος Ντέιβιντ Φρουμ στο περιοδικό «The Atlantic», με το ελληνικό δεκαετές στο 4,44% από 3,78% τον Μάρτιο. Για τις ΗΠΑ, στο ερώτημα πόσα χρωστούν προστίθεται ένα δεύτερο: Ποιος θα συνεχίσει να τις δανείζει;
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια, με τόκους πιο κοστοβόρους και από την άμυνα. Ο Φρουμ ρίχνει μεγάλο μερίδιο ευθύνης στην αναξιοπιστία της κυβέρνησης. Στις ΗΠΑ ο Τραμπ απείλησε πέρυσι να απολύσει τον τότε πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) Τζερόμ Πάουελ επειδή δεν μείωνε τα επιτόκια, προτού η κυβέρνησή του τον ερευνήσει ποινικά.
Ο πληθωρισμός, επίμονα ψηλός από το 2021, ανάγκασε τον Κέβιν Γουόρς, διάδοχο του Πάουελ, σε αύξηση επιτοκίων. Τον Σεπτέμβριο η Fed ανέβασε ξανά τα επιτόκια (πρώτη φορά από το 2023) λόγω ταχείας ανάπτυξης και ακριβούς ενέργειας από τον πόλεμο στο Ιράν. Τα στοιχεία που ακολούθησαν προμήνυαν νέες αυξήσεις, οπότε ο τριαντάχρονος δανεισμός του δημοσίου έφτασε στο ακριβότερο επίπεδο από το 2004, με το στεγαστικό στο 7,26%. Ούτε η «μπάνκα» του Μπέσεντ, που αύξησε τις επαναγορές ομολόγων από 4 σε 6 δισ. δολάρια, άλλαξε την εικόνα, αφού το κόστος του χρέους το ορίζουν όσοι το αγοράζουν, με πρώτη την Ιαπωνία, τον μεγαλύτερο πλέον ξένο δανειστή των ΗΠΑ.
Ο επαναπατρισμός των κεφαλαίων
Επί τρεις δεκαετίες οι Ιάπωνες επενδυτές έστελναν κεφάλαια στο εξωτερικό αναζητώντας καλύτερες αποδόσεις, σύμφωνα με την οικονομολόγο Ρεμπέκα Πάτερσον. Τώρα που το ιαπωνικό δεκαετές ξεπερνά το 3% και η Τράπεζα της Ιαπωνίας αυξάνει τα επιτόκια, έχουν λόγο να τα επαναπατρίσουν. Στα μέσα του 2025 κατείχαν αμερικανικές μετοχές, ομόλογα κι άλλα στοιχεία 2,8 τρισ. δολαρίων. Τον περασμένο Ιούλιο μάλιστα η υπουργός Οικονομικών πρότεινε το κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο των 2,1 τρισ. δολαρίων να πουλήσει ξένα ομόλογα.
Τον ίδιο μήνα το γεν έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο 40 ετών, οπότε η Ουάσινγκτον παρενέβη μαζί με το Τόκιο στις αγορές συναλλάγματος, εν μέρει για να μη χρειαστεί η Ιαπωνία να πουλήσει αμερικανικά ομόλογα, όπως εκτιμούν αναλυτές στο CNN. Οι ΗΠΑ στήριζαν έτσι ξένο νόμισμα για να κρατήσουν τον βασικό δανειστή τους, όμως η Ιαπωνία είχε μειώσει τα αμερικανικά ομόλογα στο 1,1 τρισ. δολάρια.
Χαμόγελα στο δείπνο, πωλήσεις στα ομόλογα
Τα ιαπωνικά κεφάλαια ακολουθούν τις αποδόσεις, τα κινεζικά τις εντολές του Πεκίνου. Ήδη από τον Φεβρουάριο οι κινεζικές εποπτικές αρχές συνέστησαν στις τράπεζες να περιορίσουν τα αμερικανικά ομόλογα. Στις 24 Σεπτεμβρίου, όταν το αμερικανικό επιτόκιο άγγιζε το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ συνομιλούσε με τον Τραμπ στην Ουάσινγκτον, όμως στο παρασκήνιο τα αμερικανικά ομόλογα της Κίνας είχαν ήδη συρρικνωθεί στα 618 δισ. δολάρια από 1,3 τρισ. το 2013. Η απόσυρση αυτή είναι σημαντική, γιατί όπως εξήγησε στη «Financial Post» ο διαχειριστής χαρτοφυλακίων Μάρτιν Πελετιέ, το Πεκίνο κρατούσε επί χρόνια χαμηλά το αμερικανικό κόστος δανεισμού επενδύοντας τα εμπορικά του πλεονάσματα σε αμερικανικό χρέος. Πλέον η Κίνα προτιμά να συσσωρεύει χρυσό, ο οποίος όμως δεν χρηματοδοτεί τα αμερικανικά ελλείμματα.

