Η επικείμενη παρουσία του πρωθυπουργού στο βήμα της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) αναμένεται να συνοδευτεί από έναν ελιγμό εντυπωσιασμού: την εξαγγελία του οδικού χάρτη για τη σταδιακή κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών. Είναι ο τρόπος να υφαρπάξει εκ νέου τις ψήφους των ελεύθερων επαγγελματιών που ποδοπατήθηκαν τα εισοδήματά τους από το 2023 για να φουσκώνει φορομπηχτικά το ΑΕΠ. Οπως προκύπτει από πηγές του υπουργείου Οικονομικών προσανατολίζεται στην αποσύνδεση του ελάχιστου τεκμαρτού από τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, στο «κούρεμα» του κριτηρίου κόστους μισθοδοσίας και στη διεύρυνση των γεωγραφικών απαλλαγών. Ωστόσο πίσω από τους βερμπαλισμούς περί «διορθώσεων» κρύβεται μια παταγώδης πολιτική παραδοχή: το φορολογικό έκτρωμα που θεσμοθέτησαν το 2023 ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο τότε υπουργός Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης, παρουσιάζοντάς το ως την απόλυτη «μεταρρύθμιση δικαιοσύνης», υπήρξε ένας πρωτοφανής μηχανισμός οριζόντιας φορολογικής αφαίμαξης. Ενας μηχανισμός που «πασπαλίστηκε» με τον κοινωνικό αυτοματισμό: «όλοι οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες φοροδιαφεύγουν»! Σήμερα η ίδια η κυβέρνηση υποχρεώνεται να ξηλώσει ένα προς ένα τα δομικά υλικά του νομοθετήματός της, ομολογώντας έμμεσα ότι το τεκμήριο δεν ανακάλυψε εισοδήματα, αλλά τα εφηύρε διοικητικά.
Η αριθμητική της ληστείας
Τα επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ αποτυπώνουν την πραγματικότητα της πρώτης διετίας εφαρμογής του μέτρου:
• 1η εφαρμογή (εισοδήματα 2023): Σε σύνολο 402.183 επαγγελματιών που υπήχθησαν στο τεκμήριο, το πραγματικά δηλωθέν μέσο εισόδημα ήταν μόλις 3.215 ευρώ. Η εφορία, μέσω του αλγόριθμου, το εκτίναξε διοικητικά στις 12.794 ευρώ – σχεδόν τετραπλασιασμός της φορολογικής βάσης.
• Το οικονομικό βάρος: Ο μέσος φόρος εισοδήματος διαμορφώθηκε στα 1.733 ευρώ και, μαζί με τα 325 ευρώ του μειωμένου τέλους επιτηδεύματος, η μέση συνολική επιβάρυνση έφτασε τις 2.058 ευρώ. Τα ίδια ΑΦΜ επιβαρύνονταν με το προηγούμενο σύστημα κατά μέσο όρο με 1.245 ευρώ (595 ευρώ φόρος + 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος). Δηλαδή επιβλήθηκε ένα καθαρό πρόσθετο «καπέλο» 813 ευρώ ανά επαγγελματία.
• Τα αθροιστικά ποσά: Οι 402.183 φορολογούμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν 697 εκατ. ευρώ σε φόρο εισοδήματος και 828 εκατ. ευρώ συνολική επιβάρυνση.
• Καθαρό πρόσθετο αποτέλεσμα: Η μεταγενέστερη επεξεργασία των στοιχείων επιβεβαίωσε ότι η πρώτη εφαρμογή μετέφερε 440 έως 470 εκατ. ευρώ πρόσθετου φόρου στις πλάτες των επαγγελματιών.
Η δεύτερη εφαρμογή (εισοδήματα 2024) απέδειξε τη μονιμότητα του παραλογισμού. Σε 729.958 ατομικές επιχειρήσεις, οι 381.276 (πάνω από μία στις δύο) φορολογήθηκαν με τα τεκμήρια. Σε μεταγενέστερη ανάλυση για 387.532 επαγγελματίες, το δηλωθέν μέσο εισόδημα των 3.665 ευρώ βαφτίστηκε τεκμαρτό 13.107 ευρώ, παράγοντας μέσο φόρο 1.815 ευρώ και συνολική φορολογική επιβάρυνση 703 εκατ. ευρώ για την ομάδα αυτή.
Η παράνοια του αλγόριθμου
Η βασική οικονομική αστοχία του συστήματος Μητσοτάκη και Χατζηδάκη έγκειται στο γεγονός ότι μετέτρεψε έναν κοινωνικό δείκτη σε φορολογική λαιμητόμο. Η ελάχιστη βάση υπολογισμού διαμορφώθηκε ως εξής:
• 2023: 10.920 ευρώ
• 2024: 11.620 ευρώ
• 2025: 12.320 ευρώ
• 2026: 12.880 ευρώ (εάν εφαρμοζόταν χωρίς αλλαγές) Δηλαδή μια αυτόματη αύξηση της φορολογητέας βάσης κατά 18% μέσα σε τρία χρόνια. Οχι επειδή αυξήθηκε ο τζίρος ή το κέρδος της επιχείρησης, αλλά επειδή αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός των μισθωτών.
Ακόμη χειρότερα, επιβλήθηκαν προσαυξήσεις με βάση την αμοιβή του υψηλότερα αμειβόμενου εργαζομένου και το 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας. Ετσι, μια μικρή επιχείρηση που επέλεγε να δώσει αυξήσεις, να κρατήσει έμπειρο προσωπικό ή να κάνει προσλήψεις τιμωρήθηκε με τεκμαρτή αύξηση των κερδών του ιδιοκτήτη. Το κόστος εργασίας –αποτελεί δαπάνη– αντιμετωπίστηκε παράλογα ως ένδειξη πλούτου.
Το μέτρο δεν έπληξε μια περιθωριακή ομάδα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2023 καταγράφηκαν 932.549 ενεργές επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 697.484 ήταν ατομικές (σχεδόν το 75% του συνόλου), ενώ 574.264 επιχειρήσεις δεν απασχολούσαν κανέναν μισθωτό. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση συνέδεσε το τεκμαρτό εισόδημα με τα κοινωνικά επιδόματα, στερώντας παροχές από όλους όσοι είχαν πραγματικά χαμηλά εισοδήματα. Η ίδια η κυβέρνηση είχε υπολογίσει εξαρχής μια υφαρπαγή 100 εκατ. ευρώ από την περικοπή επιδομάτων προς τους αυτοαπασχολούμενους, επιβάλλοντας τριπλό χτύπημα: υψηλότερο φόρο, αυξημένη προκαταβολή φόρου και απώλεια κοινωνικής στήριξης.
Η τεχνολογία εκθέτει την κυβερνητική τακτική
Το αφήγημα του 2023 ότι το κράτος «δεν είχε μέσα» καταρρέει. Η ίδια η ΑΑΔΕ στην απολογιστική έκθεση του 2024 σημειώνει ότι από την αύξηση των εσόδων ΦΠΑ κατά 1,8 δισ. ευρώ τα 522 εκατ. ευρώ (σχεδόν το ένα τρίτο) προήλθαν από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Παράλληλα, το κενό ΦΠΑ μειώθηκε από 29% το 2017 σε 13,7% το 2022, συνεχίζοντας την πτωτική πορεία του. Με εργαλεία όπως το myDATA, η διασύνδεση POS – ταμειακών, το IRIS, την υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση και τα ψηφιακά δελτία αποστολής, η τεχνολογία επιτρέπει πλέον τον εντοπισμό της πραγματικής φορολογητέας ύλης. Η κυβερνητική τακτική να παρουσιάζει τώρα τις διορθώσεις ως «παροχές» στη ΔΕΘ συνιστά πολιτικό εμπαιγμό. Αν το τεκμήριο πρέπει να αποσυνδεθεί από τον κατώτατο μισθό, αν πρέπει να «κουρευτεί» το κριτήριο μισθοδοσίας και αν οι ψηφιακές διασταυρώσεις το καθιστούν άχρηστο, τότε οι Κυρ. Μητσοτάκης και Κ. Χατζηδάκης οφείλουν να παραδεχτούν το προφανές: το μέτρο του 2023 ήταν ένας αυθαίρετος, αντιαναπτυξιακός φόρος, σχεδιασμένος για εύκολη είσπραξη στις πλάτες των αδυνάμων.

