Τι αναφέρει ένας Έλληνας καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Τζωνς Χόπκινς.
Σε νέα εποχή έχει εισέλθει η διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, καθώς οι βιοδείκτες στο αίμα επιτρέπουν πλέον στους γιατρούς να έχουν μια αρκετά αξιόπιστη εικόνα για το εάν στον εγκέφαλο υπάρχουν οι παθολογικές εναποθέσεις της πρωτεΐνης β-αμυλοειδές που συνδέονται με την ασθένεια.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει τα δεδομένα στη διάγνωση. Ωστόσο δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες εξετάσεις πρέπει να γίνονται αδιακρίτως στον γενικό πληθυσμό. Προς το παρόν αφορούν κυρίως ανθρώπους που εμφανίζουν συμπτώματα. Όχι τους υγιείς, στο πλαίσιο ενός γενικού προληπτικού ελέγχου.
Αυτό επισημαίνει σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο FM ο κ. Κωνσταντίνος Λυκέτσος, καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Τζωνς Χόπκινς, διευθυντής του Κέντρου Εξατομικευμένης Ιατρικής για τη νόσο Αλτσχάιμερ και πρόεδρος της Ελληνικής Πρωτοβουλίας Ενάντια στη Νόσο Αλτσχάιμερ.
Όπως εξηγεί, η μεγάλη αλλαγή των τελευταίων ετών είναι ότι η διάγνωση της νόσου μπορεί πλέον να στηρίζεται σε θετικούς βιοδείκτες. Αυτοί ανοίγουν τον δρόμο για πιο έγκαιρη και ακριβή αναγνώριση της νόσου.
Περισσότερες από μία εξετάσεις αίματος
Ο καθηγητής αναφέρει ότι υπάρχουν περισσότερες από μία εξετάσεις αίματος για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Μία από τις πιο αξιόπιστες επιλογές βασίζεται στον βιοδείκτη p-tau217.
«Αυτή η εξέταση μετρά στο αίμα ένα μόριο που προέρχεται από τον εγκέφαλο. Όταν βρίσκεται σε αυξημένα επίπεδα, παρέχει ισχυρή ένδειξη πως στον εγκέφαλο υπάρχει αυξημένη παθολογία αμυλοειδούς», εξηγεί ο κ. Λυκέτσος.
Η αξιοπιστία της συγκεκριμένης εξέτασης έχει αξιολογηθεί σε σύγκριση με εξετάσεις PET (σ.σ. τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων). Το PET μπορεί να καταγράψει απ’ ευθείας την παρουσία β-αμυλοειδούς στον εγκέφαλο.
Ένα ιδιαιτέρως υψηλό θετικό αποτέλεσμα του p-tau217 μπορεί να έχει σημαντική διαγνωστική αξία σε έναν ασθενή με συμπτώματα. Ωστόσο, όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση των νέων θεραπειών που στοχεύουν το αμυλοειδές, η διαδικασία δεν σταματά στην αιματολογική εξέταση.
«Στην περίπτωση αυτή, ένα θετικό αποτέλεσμα μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα. Ακολουθεί όμως απεικόνιση PET, ώστε να επιβεβαιωθεί η παρουσία αυξημένων επιπέδων αμυλοειδούς στον εγκέφαλο και να αξιολογηθεί εάν ο ασθενής πληροί τα κριτήρια για τις συγκεκριμένες θεραπείες», διευκρινίζει.
Άλλες εξετάσεις μετρούν στο αίμα μορφές του β-αμυλοειδούς, όπως οι βιοδείκτες Aβ40 και Aβ42.
Αρνητικές εξετάσεις σε ασθενείς με συμπτώματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ασθενείς έχουν συμπτώματα, αλλά οι βιοδείκτες στο αίμα τους είναι αρνητικοί.
Ο κ. Λυκέτσος εξηγεί ότι ένα αρνητικό αποτέλεσμα του p-tau217 μειώνει σημαντικά την πιθανότητα να υπάρχει αμυλοειδές στον εγκέφαλο. Δεν την εκμηδενίζει, όμως. Επομένως, στην περίπτωση που η κλινική εικόνα εξακολουθεί να δημιουργεί ισχυρή υποψία, ο γιατρός πρέπει να αποφασίσει εάν χρειάζεται να προχωρήσει σε PET.
Εάν δεν τίθεται ζήτημα χορήγησης των νέων μονοκλωνικών αντισωμάτων, ενδέχεται να μην υπάρχει λόγος να προχωρήσει ο ασθενής σε πιο σύνθετο έλεγχο, συμπληρώνει ο καθηγητής.
Σε τέτοια περίπτωση, μπορεί να παρακολουθηθεί κλινικά. Εάν η κατάσταση επιδεινωθεί μέσα στους επόμενους μήνες, η εξέταση θα επαναληφθεί.
Πάντως, ο κ. Λυκέτσος επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα πολύ νέο πεδίο και δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα για όλες τις πιθανές κλινικές περιπτώσεις.
Γιατί δεν συνιστάται έλεγχος στον γενικό πληθυσμό
Ιδιαίτερα σαφής είναι ο καθηγητής ως προς τη χρήση των βιοδεικτών σε ανθρώπους που δεν εμφανίζουν συμπτώματα. Όπως αναφέρει, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ένας θετικός βιοδείκτης σε έναν κατά τα άλλα υγιή άνθρωπο ενδέχεται να συνδέεται με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης ήπιας γνωστικής διαταραχής ή άνοιας στο μέλλον.
Ωστόσο, δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο πώς ακριβώς:
- Πρέπει να ερμηνεύεται αυτή η πληροφορία
- Σε ποιους να παρέχεται
- Ποια θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να ακολουθήσει
Για τον λόγο αυτό, το θετικό αποτέλεσμα στους βιοδείκτες σε απολύτως υγιείς ανθρώπους μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα. Και αυτό διότι ο γιατρός πρέπει να διαχειριστεί μία πληροφορία της οποίας η ακριβής σημασία δεν είναι ακόμη γνωστή και για την οποία δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπευτική κατεύθυνση.
Τα νέα φάρμακα
Για την αντιμετώπιση της νόσου Αλτσχάιμερ υπάρχουν νέες θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα. Αυτές απομακρύνουν το β-αμυλοειδές από τον εγκέφαλο.
Όπως αναφέρει ο καθηγητής, οι θεραπείες αυτές χορηγούνται σε πρώιμα στάδια της νόσου. Μπορούν να επιβραδύνουν σε κάποιο βαθμό την πορεία της νοητικής έκπτωσης
«Το όφελος, είναι σχετικά μικρό», τονίζει. «Επομένως δεν θεωρείται απαραίτητα αρκετό για όλους τους ασθενείς, ώστε να επιλέξουν τη συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση».
Επιπλέον, απαιτείται στενή παρακολούθηση με απεικονιστικές εξετάσεις, διότι υπάρχει κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών.
Τα παλαιότερα φάρμακα για τη συμπτωματική αντιμετώπιση της άνοιας, έχουν διαφορετικό ρόλο. Ενδείκνυνται σε ανθρώπους με άνοια, όχι σε υγιείς ανθρώπους ή σε άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή, καθώς στην ήπια γνωστική διαταραχή δεν έχει αποδειχθεί ότι τροποποιούν την πορεία της νόσου. Στην άνοια μπορούν να προσφέρουν συμπτωματική βοήθεια, χωρίς όμως να θεωρείται ότι αλλάζουν την εξέλιξη της νόσου.
Φωτογραφία: iStock

