free hit counter
OPENNEWS
Image default
Οικονομία

Κρύβουν τη βουτιά στην ανάπτυξη με τουρισμό και ακίνητα


Προσπαθούν να γαντζωθούν με νύχια και με δόντια στην καρέκλα της εξουσίας. Αν μη τι άλλο, το 2027 είναι προεκλογική χρονιά και κάπως έτσι αναφύεται το ερώτημα: Μήπως το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Μητσοτάκη εργαλειοποίησε ακόμη και τον προϋπολογισμό για να δείξει «fake» επιτυχημένη πορεία της ελληνικής οικονομίας; Πώς είναι άραγε δυνατόν οι Κυριάκος Πιερρακάκης και Θάνος Πετραλιάς να έχουν εντάξει στον προϋπολογισμό 2027 πρόβλεψη για «καλπάζουσες» πάγιες επενδύσεις ύψους 7,9% του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2027 σε αντίθεση με Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΙΟΒΕ αλλά και την Τράπεζα της Ελλάδος που ρίχνουν στα τάρταρα τις επενδύσεις με τις προβλέψεις που φτάνουν στο 1,3% σε σχέση με το 2026;

Είναι τελικά πανηγυρική η ρητορική του Μαξίμου, το αφήγημα για ένα μικρό επενδυτικό «θαύμα» μέσα στο 2027 –παρά την τυπική λήξη και ολοκλήρωση των χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης– που προβάλλει τις επενδύσεις ως την ατμομηχανή που θα εκτινάξει τον ρυθμό ανάπτυξης στο 2,3%. Μιλώντας στη Βουλή ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θ. Πετραλιάς διαβεβαίωσε ότι το ονομαστικό ΑΕΠ θα αυξηθεί από 262 δισ. ευρώ το 2026 σε 274,6 δισ. ευρώ το 2027, με τις επενδύσεις να καλπάζουν στο 7,9% και τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ να προσεγγίζει το 18,6%. Ωστόσο πίσω από τα γυαλιστερά κυβερνητικά Excel και την επικοινωνιακή μονταζιέρα κρύβεται η ωμή πραγματικότητα που αρνείται να αντικρίσει το οικονομικό επιτελείο. Εγχώριοι και διεθνείς οργανισμοί –η Τράπεζα της Ελλάδος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ΟΟΣΑ και το ΙΟΒΕ– κατεβάζουν κατακόρυφα τον πήχη, αποδομώντας το αφήγημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η σύγκριση αν μη τι άλλο είναι αποστομωτική και καταδεικνύει την εργαλειοποίηση ακόμη και του προϋπολογισμού στον βωμό του υπέρ πάντων γαντζώματος στην εξουσία. 

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Στον προϋπολογισμό για το 2027 έχει εγγραφεί η πρόβλεψη ότι θα καταγραφεί αύξηση πάγιων επενδύσεων κατά 7,9% (με ανάπτυξη 2,3%). Ωστόσο: 

Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) προέβλεψε στις 23 Οκτωβρίου πάγιες επενδύσεις στο 3,6% με ανάπτυξη της τάξης του 1,9%.

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) αντίστοιχα κατέβασε τον πήχη στο 3,2% προβλέποντας ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 2%.

Το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) έχει προβλέψει τις πάγιες επενδύσεις στο 4% έναντι του 2026 με την ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2027 να τοποθετείται στο 1,6%.

Η «απαισιόδοξη» Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προβλέψει αύξηση των πάγιων επενδύσεων στο 1,3% σε σχέση με το 2026 (7,3%) και την αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ πάντα για το 2027 στο 1,6%.

Αν μη τι άλλο, οι προβλέψεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη (αύξηση πάγιων επενδύσεων κατά 7,9% με ανάπτυξη 2,3%) σε σχέση με τους υπόλοιπους φορείς μοιάζουν με τσιχλόφουσκες, αφού για να επιτευχθούν θα πρέπει να επιτευχθεί υπερδιπλάσιος έως εξαπλάσιος ρυθμός επενδυτικής επέκτασης μέσα στο 2027 και μάλιστα σε συνθήκες που δημιουργεί το τέλος της ροής κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η πολιτική του τσιμέντου 

Ο Κυρ. Μητσοτάκης από το 2019 επέλεξε να «επενδύσει» στην καρτελοποίηση της ελληνικής οικονομίας, στις επενδύσεις σε αστικά ακίνητα και στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού. Αντί για γενναίες επενδύσεις σε τεχνολογία, καινοτομία και μεταποίηση, στήριξε το «οικονομικό θαύμα» της ελληνικής οικονομίας στους τρεις πυλώνες της στρέβλωσης. Είναι η αγορά ακινήτων μαζί με την Golden Visa, η ανεξέλεγκτη διαχείριση και πώληση των «κόκκινων» δανείων στα funds και βέβαια ο τουρισμός που απορρόφησε, σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου, το 80% των κονδυλίων από τους αναπτυξιακούς νόμους της περιόδου Μητσοτάκη. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε απέραντο εργοτάξιο τσιμέντου και σε θεματικό πάρκο Golden Visa, όπου ηγετικές θέσεις στην οικονομία κατέχουν οι αγοραπωλησίες κτιρίων, η βραχυχρόνια μίσθωση (Airbnb) και τα εμπορικά κέντρα, αφήνοντας την πραγματική οικονομία στο έλεος της τύχης της.

Παραγωγικότητα στο ναδίρ 

Κάπως έτσι, μαζί με την καταστροφή της πρωτογενούς παραγωγής, με τις φωτιές να σβήνουν στη θάλασσα, τον Θεσσαλικό Κάμπο να πλημυρίζει δύο φορές στην κυβερνητική θητεία Μητσοτάκη αφού δεν έγιναν αντιπλημμυρικά έργα και το ζωικό κεφάλαιο να ενταφιάζεται, αντί να υιοθετηθεί εκτεταμένος εμβολιασμός (πρόταση της Κομισιόν), ήρθε η κατακρήμνιση της παραγωγικότητας. Οπως επισημάνθηκε στη μελέτη του ινστιτούτου InSocial που παρουσιάστηκε στην ΕΣΗΕΑ, η ελληνική οικονομία παραμένει καθηλωμένη τελευταία στη μέση παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο μεταξύ των χωρών σύγκρισης. Ο συντελεστής συσχέτισης του δείκτη έντασης επενδύσεων με την παραγωγικότητα φτάνει το εντυπωσιακό 0,95, αποδεικνύοντας ότι χωρίς ουσιαστικές παραγωγικές επενδύσεις η χώρα δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι. 

Αντίθετα η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να αναπαράγει ένα πελατειακό μοντέλο διανομής πόρων και δημόσιων συμβάσεων, όπου, όπως προειδοποίησε ο διευθυντής Ερευνών του ΕΚΚΕ Ηλίας Κικίλιας, η πρόσβαση στην εξουσία καθορίζει την τύχη των κονδυλίων αναπαράγοντας τις ίδιες παθογένειες. 

«Οικονομία της καφετέριας» 

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση, αγκαλιάζοντας τις εκθέσεις εργοδοτικών φορέων όπως το ΙΝΣΕΤΕ, προσπαθεί να πείσει ότι η Ελλάδα δεν είναι μια «οικονομία της καφετέριας». Ομως οι αριθμοί διαψεύδουν τους πανηγυρισμούς. Η Ελλάδα βασίζεται σε συντριπτικό βαθμό σε υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας: το 25,7% του συνόλου των εργαζομένων απασχολείται σε τουριστικές δραστηριότητες (το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με μέσο όρο ΕΕ στο 11,9%). Το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα κυμαίνεται μόλις στο 46% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο βρίσκεται στο 52% της ευρωζώνης. 

Αυτή η «ανάπτυξη» χτίστηκε συνειδητά πάνω στην εσωτερική υποτίμηση και τη συντριβή του κόστους εργασίας ως μοναδικού «κακού» για την αύξηση των επενδύσεων. Είναι χαρακτηριστικό, όπως το ίδιο το ΙΝΣΕΤΕ έχει ομολογήσει, ότι μπορεί μετά το 2015 οι εξαγωγές αγαθών να αναπτύχθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 7,8%, αλλά αυτό το «επίτευγμα» στηρίχτηκε στην υποτίμηση της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ για την Ελλάδα, με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος: -32,9% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2009. Με τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας πάνω από 30% σε σχέση με την προηγουμένη δεκαετία, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για αύξηση εξαγωγών που επιτεύχθηκε όχι χάρη στην υψηλή παραγωγικότητα ή την τεχνολογική υπεροχή, αλλά επειδή οι εργαζόμενοι δουλεύουν με μισθούς πείνας, ελαστικά ωράρια και εξαντλητικές υπερωρίες. 

Η σύγκριση με την Πορτογαλία –μια χώρα με παρόμοια τουριστική δομή– είναι αποκαλυπτική της κυβερνητικής αποτυχίας. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε ταξιδιωτικές εισπράξεις 23,63 δισ. ευρώ με 43,31 εκατομμύρια αφίξεις μη κατοίκων τουριστών (ΤτΕ). Την ίδια χρονιά η Πορτογαλία εισέπραξε περίπου 29,1 δισ. ευρώ με 29,9 εκατομμύρια διεθνείς αφίξεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της Banco de Portugal που δημοσιεύει ο επίσημος οργανισμός Turismo de Portugal. Δηλαδή οι πορτογαλικές εισπράξεις ήταν περίπου 23% υψηλότερες από τις ελληνικές ενώ οι αφίξεις μη κατοίκων τουριστών στην Ελλάδα είναι 44,86% περισσότερες σε σχέση με την Πορτογαλία.

Αυτή η τεράστια απόσταση αποδεικνύει την παταγώδη αποτυχία του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, το οποίο παραμένει εγκλωβισμένο σε καταλύματα χαμηλής κλίμακας, περιορισμένης καινοτομίας και κατακερματισμένης επιχειρηματικότητας (με μέσο μέγεθος επιχείρησης κάτω των δέκα εργαζομένων, έναντι 12-15 στην Πορτογαλία και άνω των 20 στην ΕΕ). 

Κατάρρευση της βιομηχανίας

Ενώ ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του διαφημίζουν ταμειακά πλεονάσματα και ξένες επενδύσεις-μαμούθ, η πραγματική οικονομία στερείται την απαραίτητη βιομηχανική ραχοκοκαλιά. Η μεταποίηση στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι εμφανίζει υψηλότερη παραγωγικότητα από τον μέσο όρο της οικονομίας, διατηρεί το χαμηλότερο μερίδιο στην προστιθέμενη αξία και την απασχόληση μεταξύ των χωρών σύγκρισης. Οπως σημείωσε ο γενικός διευθυντής του ΣΕΒ Γιώργος Χριστόπουλος, η ελληνική βιομηχανία καλείται να ανταγωνιστεί διεθνώς χωρίς τις ανάλογες υποδομές καθώς καταγράφονται προβληματικό σιδηροδρομικό δίκτυο, υπέρογκο ενεργειακό κόστος, γραφειοκρατικά εμπόδια και μια τεράστια έλλειψη τεχνικού προσωπικού που επιδεινώθηκε τραγικά από τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης. 

Ταυτόχρονα το μεγάλο «επενδυτικό» κύμα που προβάλλει η κυβέρνηση βασίζεται στα funds και στην τιτλοποίηση των «κόκκινων» δανείων. Αντί οι τράπεζες να διοχετεύουν ρευστότητα στην υγιή παραγωγική επιχειρηματικότητα και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στενεύουν από το πιστωτικό κενό και τα υψηλά επιτόκια, η αγορά κατακλύζεται από «επενδύσεις» εξαγοράς χρέους, πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας και μεταβιβάσεις ακινήτων σε ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Είναι σαφές και πανθομολογούμενο ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να είχαν καλύψει το 50% του επενδυτικού κενού της χώρας (ανέρχεται σε 80-90 δισ. ευρώ σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος) εάν είχαν κατανεμηθεί με κριτήρια παραγωγικής ανασυγκρότησης και όχι με πελατειακά φίλτρα.

Αφήνουν πίσω τους συντρίμμια 

Οι προειδοποιήσεις από την Τράπεζα της Ελλάδος και το ΙΟΒΕ είναι σαφείς: η λήξη των ροών από το Ταμείο Ανάκαμψης θα φέρει απότομη προσγείωση. Οι προβλέψεις της Κομισιόν για ανάπτυξη 1,6% και επενδύσεις 1,3% το 2027 αποκαλύπτουν την αποτυχία ενός αφηγήματος που στηρίζεται στη φορομπηχτική ανάπτυξης του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει να επενδύει σε μια φούσκα ακινήτων, στην καφετέρια, στον τουρισμό χαμηλής προστιθέμενης αξίας και στη στήριξη των funds, γυρίζοντας την πλάτη στη μεταποίηση, την έρευνα και την πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.





ΠΗΓΗ

Related posts

Ρελάνς επιχειρεί η ΑΑΔΕ με μαζικούς ελέγχους στις εταιρείες delivery

admin

«Φωτιά» οι τιμές φυσικού αερίου, ρεύματος και πετρελαίου – Κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι το Brent

admin

Προϋπολογισμός 2027: Μόνον με επενδυτικό «θαύμα» θα επιτευχθούν οι στόχοι

admin

Αφήστε ένα σχόλιο