Ξεπαγιάστε. Ο χειμώνας έρχεται και η Ευρωπαϊκή Ενωση προτείνει ως μέτρο αντιμετώπισης του ενεργειακού κόστους τη μείωση της κατανάλωσης και τον περιορισμό των μετακινήσεων των πολιτών. Κι αν αυτά αφορούν την καθημερινότητα του απλού κόσμου, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους μεγάλους ομίλους ενέργειας. Εκεί αλλάζει το πράγμα. Ακόμη κι έτσι όμως, υπάρχει η προοπτική μιας δυναμικής κεντρικής παρέμβασης στο μέλλον ώστε να ρυθμιστεί η αγορά μακροπρόθεσμα; Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Αλλωστε μετά την τελευταία άτυπη σύνοδο των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ έγινε σαφές ότι πλέον ο καθένας πράττει κατά το δοκούν. Επομένως, οι καταναλωτές δεν έχουν να περιμένουν πολλά. Ειδικά σε εποχές που η ενέργεια αποτελεί βασικό πυλώνα της πολεμικής προετοιμασίας της ΕΕ. Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο σε όλη αυτήν τη συνθήκη; Η απάντηση νομίζουμε είναι γνωστή.
«Περιορίστε τη θέρμανση»
Εχοντας υπόψη τα παραπάνω, το Documento απευθύνθηκε στους ειδικούς ρωτώντας τους πού πάμε στην ενέργεια κι αν έχουμε λόγους να φοβόμαστε τα χειρότερα. Για τον ενεργειακό επιθεωρητή και μηχανολόγο μηχανικό ΑΠΘ Μιχάλη Χριστοδουλίδη «το ευρωιερατείο των Βρυξελλών προτείνει ένα άτυπο ενεργειακό lockdown». Οπως εξηγεί στο Documento, «ο διορισμένος επίτροπος ενέργειας στην ΕΕ Γιόργκενσεν εισηγήθηκε στο συμβούλιο υπουργών Ενέργειας ως αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης τα κράτη-μέλη να ενθαρρύνουν τα νοικοκυριά να καταναλώνουν λιγότερο ηλεκτρικό ρεύμα όταν η ζήτηση είναι υψηλή, να περιορίζουν τις μετακινήσεις τους, να περιορίζουν τη θέρμανση στα δημόσια κτίρια και “να σβήνουν τον περιττό δημόσιο οδοφωτισμό τη νύχτα”, ώστε να μειωθεί δραστικά η ζήτηση φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και εν γένει των καυσίμων».
Μετά τα παραπάνω ο συνομιλητής μας σχολιάζει καυστικά: «Ο τύπος συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει η αίσθηση του κατεπείγοντος στην Ευρώπη κι όλοι να φοβούνται μην τυχόν κατηγορηθούν ότι αμφισβητούν την ορθότητα του… ευαγγελίου της πράσινης μετάβασης. Αντί να αναστείλουν τους φόρους άνθρακα όσο διαρκεί η κρίση, προτείνουν μέτρα τύπου lockdown».
Το ιδιότυπο αυτό lockdown συναντά το «χαράτσι» που έχουν ήδη πληρώσει οι Ευρωπαίοι πολίτες. Πόσο είναι αυτό; Σύμφωνα με τον επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν, αριθμείται σε πάνω από 100 δισ. ευρώ για ενεργειακές δαπάνες από τον Φεβρουάριο του 2026. Οπως όλα δείχνουν, τα χειρότερα είναι μπροστά μας με την ΕΕ να αρνείται να πάρει τα παραμικρά μέτρα ανακούφισης.
«Εύθραυστη ισορροπία»
Με αυτά τα δεδομένα το Documento ζήτησε το σχόλιο του Γρηγόρη Στεργιούλη, χημικού μηχανικού και πρώην διευθύνοντος συμβούλου των ΕΛΠΕ. Οπως λέει: «Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ως πρώτος λόρδος του ναυαρχείου, συνόψισε πριν από έναν αιώνα την ενεργειακή ασφάλεια σε μία αρχή: “Ασφάλεια και βεβαιότητα στο πετρέλαιο βρίσκονται στην ποικιλία και μόνο στην ποικιλία”. Η αρχή αυτή είναι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη». Και εξηγεί: «Ο χειμώνας 202627 βρίσκει την Ευρώπη σε εύθραυστη ενεργειακή ισορροπία. Η εξάρτηση από τη Ρωσία περιορίζεται, η παραγωγή LNG του Κατάρ παραμένει εκτός λειτουργίας και η αβεβαιότητα στον Περσικό Κόλπο αυξάνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία. Παρά τα χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διαπιστώνει σήμερα άμεσο κίνδυνο εφοδιασμού, χάρη στη διαφοροποίηση προμηθευτών, στις αυξημένες δυνατότητες εισαγωγής LNG και στη μειωμένη ευρωπαϊκή ζήτηση».
Ωστόσο η μειωμένη ζήτηση έχει και μια λιγότερο ευχάριστη πλευρά, εξηγεί ο Γρ. Στεργιούλης: «Συνδέεται εν μέρει με την πίεση στα νοικοκυριά και στην ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η ακριβή ενέργεια περνά στο κόστος παραγωγής, στον πληθωρισμό, στην ανταγωνιστικότητα και τελικά στην απασχόληση».
Επιπλέον μόνο τρόμο προκαλεί η σύνδεση της ενεργειακής ασφάλειας με την «άμυνα και την ασφάλεια». Τα παραπάνω συζητήθηκαν στη σύνοδο των υπουργών και αποτυπώνουν τη στενότερη συμπλοκή της ενέργειας με τους πολεμικούς ανταγωνισμούς, αλλά και τις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας της ΕΕ, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι τα δίκτυα, οι αγωγοί και οι τερματικοί σταθμοί αντιμετωπίζονται ως σημεία-κλειδιά αυτής της προετοιμασίας.
«Η Κομισιόν και η ΕΕ αυτήν τη στιγμή είναι χωρισμένες σε δύο στρατόπεδα» λέει στο Documento o πρώην επικεφαλής της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ) και ενεργειακός αναλυτής Γιάννης Μπασιάς. «Το πρώτο συμπεριλαμβάνει αυτούς που λένε ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω στις βασικές πηγές ενέργειας, δηλαδή το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, το κάρβουνο, την πυρηνική ενέργεια, τα υδροηλεκτρικά φράγματα».
Και συνεχίζει: «Οι άλλοι είναι εκείνοι που είχαν σαν λάβαρο ότι πρέπει να ξεφύγουμε από τη Ρωσία, άρα να σταματήσουμε το φυσικό αέριο και, δεν βαριέσαι, θα τα καταφέρουμε με όσες θυσίες χρειάζονται». Η αντιπαράθεση αυτή υπάρχει, αν και υποβόσκουσα, λέει ο Γ. Μπασιάς. «Οι μεν φοβούνται μη βρεθούμε σε καμιά δύσκολη κατάσταση και ξεσηκωθεί ο κόσμος και χάσουμε τη θέση μας. Οι δε είναι αυτοί που λένε: “είναι ευκαιρία. Να οξύνουμε λίγο το θέμα να υπάρχει πολιτική αντιπαράθεση”».
Το σκηνικό ολοκληρώνεται με τους εμπορικούς αντιπροσώπους και τις εταιρείες, καθώς και τις στρατηγικές των μεγάλων κρατών που επιδιώκουν να πουλήσουν το φυσικό αέριο στις μέγιστες ποσότητες και στο μέγιστο των τιμών.
Ενα σκηνικό που το έχουμε ξαναδεί το 2022, λέει ο Γ. Μπασιάς. Και επισημαίνει: «Δημιουργούν κάποιον φόβο. Δηλαδή λένε: Κοίτα να δεις, ο χειμώνας θα είναι πολύ άσχημος. Πρέπει να πάρεις (σ.σ.: φυσικό αέριο) σε οποιαδήποτε τιμή. Οι τιμές ανεβαίνουν. Εφόσον όμως δεν μπορούν να κατευθυνθούν στην Ευρώπη εύκολα, η Ευρώπη λέει θα πληρώσω ακριβότερα. Αυτή είναι η κατάσταση. Δηλαδή έχουμε και εμπορικό παιχνίδι από πίσω, για το οποίο ο φόβος, ο οποίος θα μεταδοθεί στους καταναλωτές, είναι αρκετά σημαντικό στοιχείο για να μπορέσουν να πουλήσουν περισσότερο και ακριβότερα».
Από ελληνικής πλευράς, ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος έχει θέσει στο τραπέζι την ανάγκη επανεξέτασης της «αρχιτεκτονικής της ενεργειακής ασφάλειας» της ΕΕ. Ακόμη έχει υποστηρίξει ότι το παρόν μοντέλο είναι σχεδιασμένο για άλλες συνθήκες, όταν η ενέργεια ήταν φτηνότερη και οι διαταραχές στον εφοδιασμό πιο σπάνιες. Ενώ έχει δείξει ιδιαίτερη έγνοια για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων.
Επιστρέφοντας στα πρατήρια όπου καθημερινά βάζουμε βενζίνη, συνομιλήσαμε με τον Σπύρο Μιχαλακάκη, πρώην πρόεδρο και διευθύνoντα σύμβουλο της ελληνικής BP. Οπως λέει, η ακρίβεια στα καύσιμα στην Ελλάδα προκύπτει από τον συνδυασμό υψηλών τιμών και χαμηλών εισοδημάτων. Αυτό αποτυπώνεται και στο γράφημα που ο ίδιος παρουσιάζει στο Documento. Σημειώνει δε ότι ως αποτέλεσμα της ακρίβειας τα έσοδα από ΕΦΚ είναι μειωμένα κατά 7% στο οκτάμηνο του 2026, ενώ αν συνεχιστεί η κατάσταση «θα οδηγήσει σε απώλεια τουλάχιστον 400 εκατομμυρίων».
Μέτρα σε… δόσεις
Η κυβέρνηση διά του πρωθυπουργού υποτίθεται ότι έλαβε θέση έναντι της ενεργειακής ακρίβειας παίρνοντας μέτρα (όπως η έκπτωση στο πετρέλαιο κίνησης, για την αμόλυβδη βέβαια ούτε λόγος) διάρκειας δεκαπέντε ημερών και βλέπουμε.
Ωστόσο για τον Σπ. Μιχαλακάκη τα «ανακοινωθέντα μέτρα δείχνουν και λίγα και καθυστερημένα και αποσπασματικά. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια βοήθεια της τάξης του 7-8%, όταν εκείνο που απαιτείται είναι παρέμβαση της τάξης του 20%. Ετσι που να περιοριστεί το κόστος βενζίνης στο περίπου 1,6-1,7 ευρώ το λίτρο, το ντίζελ στο 1,8-1,9 ευρώ το λίτρο και το πετρέλαιο θέρμανσης στο 1,4 ευρώ το λίτρο».
Τα λάθη του σχεδιασμού
Από την πλευρά του ο Γρ. Στεργιούλης επισημαίνει ότι «η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα διαφοροποίησης μέσω Ρεβυθούσας, Αλεξανδρούπολης, TAP και IGB. Εχει όμως μια μεγάλη ευπάθεια: η ηλεκτροπαραγωγή απορρόφησε περίπου 31,6 TWh φυσικού αερίου στους πρώτους οκτώ μήνες του 2026, ενώ οι εισαγωγές LNG έφτασαν σε ιστορικό υψηλό για την περίοδο 27,9 TWh».
Για εκείνον, στο σημείο αυτό αναδεικνύονται τα λάθη του ενεργειακού σχεδιασμού. «Ταχεία ανάπτυξη ΑΠΕ χωρίς έγκαιρη αποθήκευση, γρήγορη απολιγνιτοποίηση και πολυετείς καθυστερήσεις στην έρευνα εγχώριων υδρογονανθράκων. Χρειάζεται πλέον ενεργειακός πραγματισμός: ΑΠΕ μαζί με μπαταρίες και δίκτυα, στρατηγική εφεδρεία όπου απαιτείται, επιτάχυνση των ερευνών υδρογονανθράκων, παραγωγή από λιγνίτη και διαφοροποίηση πηγών και οδεύσεων».
Απάντηση η πολλαπλότητα
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη σαφέστερη στην αγορά πετρελαίου, έχοντας υπόψη ότι στις 30 Σεπτεμβρίου το μπρεντ ξεπέρασε τα 103 δολάρια το βαρέλι, λέει ο συνομιλητής μας. Και προσθέτει: «Η ΕΚΤ στο σοβαρό δυσμενές σενάριό της εξετάζει για το τελευταίο τρίμηνο του 2026 πετρέλαιο περίπου 130 δολάρια το βαρέλι και φυσικό αέριο 130 ευρώ/MWh. Η απάντηση λοιπόν δεν είναι μία πηγή ενέργειας απέναντι σε κάποια άλλη. Είναι ΑΠΕ, αποθήκευση, εγχώριες πηγές, εισαγωγές από διαφορετικούς προμηθευτές και στρατηγικές εφεδρείες. Με μία λέξη: πολλαπλότητα. Αυτή είναι η ουσία της ενεργειακής ασφάλειας».
Το κράτος εισπράττει
Ο λόγος που δεν πραγματοποιείται αυτή η πολλαπλότητα; Αγνωστος. Πάντως στην Ελλάδα υπάρχει ένας επιπλέον παράγοντας. Οπως έγραφε η «Καθημερινή», οι ενεργειακές κρίσεις αυξάνουν θεαματικά τα έσοδα από τον ΦΠΑ. Οταν οι τιμές εκτοξεύονται, το δημόσιο εισπράττει περισσότερα από τον φόρο, ενώ υποχωρεί η κατανάλωση. Ετσι, από τη μία η ζήτηση για καύσιμα είναι σταθερή. Από την άλλη, ο ΦΠΑ επιβάλλεται «ως ποσοστό επί της αξίας της συναλλαγής» και η άνοδος των τιμών αυξάνει αυτόματα και τον φόρο που αντιστοιχεί σε κάθε λίτρο. Στην επίπονη για την τσέπη μας εξίσωση προστίθεται και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα ως «καπέλο» που βάζει το κράτος σε κάθε λίτρο βενζίνης, όποια κι αν είναι η τιμή τους.
Περιθώριο παρέμβασης
Από την πλευρά του ο Σπ. Μιχαλακάκης προτείνει συγκεκριμένα μέτρα παρέμβασης όπως επιτάσσει η κρισιμότητα της εποχής. Πρώτα είναι η «μείωση του ΕΦΚ στα κατώτερα επίπεδα της ΕΕ ή ο συνδυασμός της με παρέμβαση στον ΦΠΑ, ειδικά στο ντίζελ». Ως δεύτερο μέτρο φέρνει τον περιορισμό (πλαφόν) στα περιθώρια εμπορίας στα ιστορικά επίπεδα. Σημαντικός είναι και ο περιορισμός των περιθωρίων στη διύλιση στα ιστορικά επίπεδα. «Υπάρχουν διάφοροι εναλλακτικοί μηχανισμοί» αναφέρει χαρακτηριστικά. Ενώ προσθέτει: «Ο συνδυασμός των παραπάνω αποτελεί παρέμβαση ύψους περίπου 20% στο σύνολο της δαπάνης καυσίμων στην κατανάλωση που είναι με σημερινές τιμές αυξημένες περίπου 14,5 δισ. ευρώ».
Τονίζει δε ότι περίπου τα μισά από τα παραπάνω μέτρα (αφορούν περιορισμό των περιθωρίων) δεν έχουν άμεση δημοσιονομική επίπτωση. «Είναι γεγονός όμως ότι τέτοια παρέμβαση θα έχει δημοσιονομική επίπτωση για το υπόλοιπο 50%, η οποία όμως μπορεί να καλυφθεί».
«Κατάσταση κρίσης»
Ο πολύπειρος ενεργειακός αναλυτής διευκρινίζει ότι αυτό μπορεί να γίνει με την αποφυγή της μείωσης της κατανάλωσης (εκτίμηση επίπτωσης 400 εκατομμύρια). Επιπλέον, καθοριστική θα ήταν και η «επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα “ουρανοκατέβατα” κέρδη της διύλισης (ήταν περίπου 1,5 δισ. στο εξάμηνο και οδεύουν για πάνω από 3 δισ. στο έτος)». Πόσο θα κόστιζε αυτή η παρέμβαση; Σύμφωνα με τον Σπ. Μιχαλακάκη δεν θα ξεπερνούσε το 1,2 δισ. Τέλος, προτείνει την αποφυγή μείωσης της γενικότερης οικονομικής και ειδικότερα της εξαγωγικής δραστηριότητας (δύσκολο να εκτιμηθεί η θετική επίπτωση αλλά είναι ρεαλιστικό).
«Το μείγμα των παραπάνω παρεμβάσεων μπορεί να ρυθμίσει ώστε να κλείσει για όσο υπάρχει η κρίση το όποιο κενό» αναφέρει. Και καταλήγει: «Δυστυχώς η κατάσταση είναι κατάσταση κρίσης και απαιτεί γενναία μέτρα για τη στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών και πάνω από όλα γενναία πολιτική στάση και βούληση».

