«Χρειάζεται ρεαλισμός και σεβασμός στις αντοχές των οικονομιών»
Στην ανάγκη να προχωρήσει η πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας με ρυθμό που θα μπορούν να αντέξουν οι κοινωνίες και οι οικονομίες, στη σημασία της ένταξης της ναυτιλίας στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας-ΗΠΑ, αλλά και στις προοπτικές που δημιουργούνται για τους νέους μέσα από τη ναυτική εκπαίδευση, αναφέρθηκε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, κατά την ομιλία του στο 25ο NAVIGATOR 2026 – The Shipping Decision Makers Forum, που πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
«Όσα συμβαίνουν στη θάλασσα επηρεάζουν άμεσα τον πληθωρισμό, τις τιμές της ενέργειας και τις τιμές των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Αυτό γίνεται αισθητό στην καθημερινότητα των πολιτών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Κορέα, στην Ινδία, παντού. Και εάν δεν υπάρξει σωστή αντιμετώπιση, οι κρίσεις που θα προκληθούν θα είναι τεράστιες» είπε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος πιο συγκεκριμένα στις διεθνείς εξελίξεις και στις επιπτώσεις των γεωπολιτικών συγκρούσεων, σημείωσε:
«Τα Στενά του Ορμούζ έχουν τη δική τους ιδιαίτερη σημασία. Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο επηρεάζει καθοριστικά την παγκόσμια οικονομία. Και μια σύγκρουση που ξεκινά στο πεδίο της γεωστρατηγικής και της γεωπολιτικής δεν εξαλείφεται απλώς από τη μια στιγμή στην άλλη. Θυμάμαι κορυφαίους αναλυτές και τεχνοκράτες, μέσα από εφημερίδες, τηλεοπτικά δίκτυα και ενημερωτικές ιστοσελίδες, να μας διαβεβαιώνουν πριν από περίπου πέντε χρόνια ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα ξεκινούσε και θα τελείωνε μέσα σε λίγες ημέρες. Έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια και ο πόλεμος συνεχίζεται. Ακολούθησε η τεράστια κρίση στη Μέση Ανατολή. Και η κατάσταση, όπως όλοι βλέπετε, θεωρώ ότι σήμερα επιδεινώνεται αντί να βελτιώνεται».
Ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στην άμεση σύνδεση της ναυτιλίας με την καθημερινότητα των πολιτών, επισημαίνοντας την ανάγκη οι αποφάσεις του κλάδου να λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που έχουν στον κόσμο: «Τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν θα μπορούν πλέον να αγοράζουν τα απαραίτητα για τις οικογένειές τους ή να θερμαίνουν τα σπίτια τους τον χειμώνα, θα είναι η στιγμή που και η ναυτιλία θα αντιμετωπίζει πολύ μεγάλα προβλήματα. Και η ιστορία δείχνει ότι η πορεία της ναυτιλίας δεν ήταν ποτέ ευθύγραμμη. Πάντοτε υπήρχαν διακυμάνσεις και κύκλοι ανόδου και πτώσης. Γι’ αυτό, πρέπει όλοι, κυβερνήσεις και εταιρείες, να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στις αποφάσεις που λαμβάνουμε, ο καθένας στον τομέα του, έχοντας κατά νου τους πολίτες και το πώς τα αγαθά που μεταφέρουμε, είτε πρόκειται για ενέργεια είτε για τρόφιμα είτε για φάρμακα, θα φτάνουν στους ανθρώπους σε προσιτές τιμές».
Για τη μετάβαση της ναυτιλίας σε εναλλακτικά καύσιμα και τις συζητήσεις στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO), δήλωσε:
«Πρόκειται για έναν ευγενή στόχο. Ασφαλώς και θέλουμε να παραδώσουμε στην επόμενη γενιά και στα παιδιά μας έναν καλύτερο πλανήτη. Αυτό όμως πρέπει να γίνει με ρεαλισμό. Αυτό ακριβώς υποστήριξε η ελληνική κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός και το υπουργείο Ναυτιλίας, με γνώμονα τη βιωσιμότητα και τα πραγματικά δεδομένα της καθημερινής ζωής, αλλά και της ναυτιλίας. Δεν υπάρχουν ακόμη, αλλά ούτε και στο εγγύς μέλλον, εναλλακτικά καύσιμα σε επαρκή κλίμακα. Μπορεί να προκύψουν άλλες λύσεις τα επόμενα δέκα με δεκαπέντε χρόνια, ισως μία από αυτές να είναι και η πυρηνική ενέργεια. Θα δούμε. Σήμερα, όμως, εν μέσω αυτής της τεράστιας παγκόσμιας κρίσης, το μεταβατικό καύσιμο που διαθέτουμε είναι το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Και όλοι το θεωρούσαν δεδομένο, μέχρι που έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ και διακόπηκε η διέλευση δεξαμενοπλοίων πετρελαίου και αερίου, αλλά και φορτηγών που μεταφέρουν άλλες κρίσιμες ύλες, όπως λιπάσματα. Και ξαφνικά βρεθήκαμε ολοι αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα. Γι’ αυτό λέγαμε ότι, σε μια περίοδο κρίσης, πρέπει να κάνουμε προσεκτικά και μελετημένα βήματα. Αργά ή γρήγορα θα φτάσουμε στον στόχο μας, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε με ρυθμό που θα επιτρέπει στις κοινωνίες και στην οικονομία να παραμένουν βιώσιμες σε όλη τη διάρκεια αυτής της μετάβασης».
Μιλώντας για τις οικονομικές επιπτώσεις της προτεινόμενης φορολόγησης των εκπομπών στη ναυτιλία, προειδοποίησε για τη σημαντική αύξηση του κόστους που θα επωμίζονταν οι πλοιοκτήτες και το οποίο τελικά θα μετακυλιόταν στους καταναλωτές:
«Αν τιμωρήσεις τη ναυτιλία, αν τιμωρήσεις τους πλοιοκτήτες επιβάλλοντάς τους φόρους εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, είναι περισσότερο από προφανές ότι οι πλοιοκτήτες δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό το κόστος. Με αυτή τη φορολόγηση, όμως, το κόστος θα αυξηθεί σημαντικά σε βαθμό τέτοιο, που θα ήταν αδύνατο να αποσβεστεί ακόμη και στα 35 με 40 χρόνια της ζωής ενός πλοίου. Τι θα έκαναν, λοιπόν, οι πλοιοκτήτες; Θα μετακύλιαν το κόστος στους ναυλωτές και εκείνοι με τη σειρά τους στην πραγματική οικονομία. Και ποιος θα πλήρωνε τελικά το τίμημα; Οι πολίτες. Αυτό δεν θα ήταν αποδεκτό από την κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη και για εμένα προσωπικά ως υπουργό Ναυτιλίας. Γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να πείσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους και φίλους μας, ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε με αυτόν τον ρυθμό. Και με ικανοποίηση είδαμε πέρυσι ότι στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO) υπήρξε αναβολή της σχετικής ψηφοφορίας. Δεν είμαι βέβαιος τι θα συμβεί φέτος. Εμείς, όμως, παραμένουμε σταθεροί στην προσπάθειά μας να πείσουμε τους πάντες ότι η σύνδεση ανάμεσα στην κοινωνία, στους πολλούς και στον ιδιωτικό τομέα της ναυτιλίας είναι υπαρκτή και ισχυρή».
Αναφερόμενος στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας-ΗΠΑ, υπογράμμισε τη σημασία της ένταξης της ναυτιλίας, για πρώτη φορά, ως τρίτου πυλώνα των συζητήσεων, έπειτα από συστηματική συνεργασία με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης:
«Για πρώτη φορά, έπειτα από 8 χρόνια και μετά από 5 κύκλους Στρατηγικού Διαλόγου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Ελλάδας, η ελληνική κυβέρνηση και το υπουργείο Ναυτιλίας, μετά από σκληρή δουλειά που προηγήθηκε με υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης των ΗΠΑ, κατάφεραν να εντάξουν τη ναυτιλία ως τρίτο πυλώνα των συζητήσεων του Στρατηγικού Διαλόγου. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για εμάς και για τον κλάδο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Νομίζω ότι ήταν περισσότερο από προφανές πως ισχυρές χώρες της Ανατολής είχαν αναπτύξει πολύ έντονη δραστηριότητα στη ναυτιλία, στα ναυπηγεία και στη ναυτιλιακή βιομηχανία. Τώρα φαίνεται ότι και ο δυτικός κόσμος επιστρέφει, επενδύει και αναβαθμίζει τις πολιτικές του σε έναν τομέα που εξυπηρετεί το 80% έως 90% του παγκόσμιου εμπορίου».
Σχετικά με τη θέση της ελληνικής ναυτιλίας στη διεθνή αγορά, επισήμανε το ισχυρό αποτύπωμα του ελληνόκτητου στόλου, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και την ιδιαίτερα σημαντική παρουσία του στη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG): «Είμαστε ιδιαίτερα υπερήφανοι που μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία αντιπροσωπεύει μόλις το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, κατέχει τόσο σημαντική θέση στην παγκόσμια ναυτιλία. Είμαστε υπερήφανοι για την ελληνική πλοιοκτησία, η οποία αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας και περισσότερο από το 60% του ευρωπαϊκού στόλου, ενώ σε κρίσιμους τομείς, όπως η μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο» δήλωσε ο Υπουργός.
Σε ό,τι αφορά τη ναυτική εκπαίδευση και τις επαγγελματικές προοπτικές των νέων, ο κ. Κικίλιας σημείωσε: «Έχουμε επενδύσει 90 εκατομμύρια ευρώ, με έναν νέο προϋπολογισμό για τη ναυτική εκπαίδευση. Και πιστεύουμε ότι αυτή η επένδυση αποδίδει πραγματικά πολύ σημαντικά οφέλη. Προσφέρει κοινωνικές και επαγγελματικές προοπτικές σε ένα νέο αγόρι ή ένα νέο κορίτσι στην Ελλάδα που αποφασίζει να γίνει μέλος αυτής της μεγάλης ναυτιλιακής οικογένειας. Του δίνει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Ποια είναι, άλλωστε, τα όνειρα μιας μέσης ελληνικής οικογένειας; Να μπορούν οι νέοι άνθρωποι να ανοίξουν τα φτερά τους, να ονειρευτούν και να πετάξουν, να έχουν τα δικά τους χρήματα. Να βρουν το άλλο τους μισό, να ερωτευτούν, να παντρευτούν, να αγοράσουν ή να νοικιάσουν ένα σπίτι. Πράγματα που σήμερα είναι πολύ δύσκολο να κατακτήσει κανείς. Δείτε τι συμβαίνει με το στεγαστικό πρόβλημα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Αυτός, λοιπόν, ο κλάδος προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες».
Για τις δυνατότητες που δημιουργεί η ανάπτυξη του ευρύτερου ναυτιλιακού οικοσυστήματος, υπογράμμισε: «Αν συνδέσουμε τη ναυτιλία με το οικοσύστημα για το οποίο μιλώ τα τελευταία δύο χρόνια, που περιλαμβάνει τα λιμάνια, την ενέργεια, τις πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης φυσικού αερίου (FSRU), τις μαρίνες, τον τουρισμό υψηλών προδιαγραφών με σκάφη αναψυχής και το εμπόριο, τότε οι δυνατότητες είναι ακόμη μεγαλύτερες».
Κλείνοντας την ομιλία του, υπογράμμισε: «Κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά ευτυχισμένος, όσο ισχυρός κι αν είναι. Και οι πλοιοκτήτες στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ ισχυροί. Δεν μπορούν, όμως, να ευημερούν αν δεν ευημερεί μαζί τους και η υπόλοιπη κοινωνία, αν δεν προχωρούν όλοι μαζί στον ίδιο ρυθμό. Αν είσαι ηγέτης και διαθέτεις διορατικότητα, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια. Χρειάζονται όλοι. Έτσι προχωρούν μπροστά οι κοινωνίες. Έτσι ωριμάζουμε, μαθαίνουμε από το παρελθόν και επενδύουμε στο μέλλον. Εμείς θα είμαστε εκεί. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να υποκαταστήσει τους επιχειρηματίες και τον ιδιωτικό τομέα. Ο δικός μας ρόλος είναι να θέτουμε τους κανόνες, να προωθούμε τη σωστή νομοθεσία και, ασφαλώς, να προστατεύουμε τους πάντες. Τη ναυτιλιακή βιομηχανία και τον κλάδο, αλλά και τους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί και ζητούν τη βοήθειά μας. Θα τα καταφέρουμε όλοι μαζί και δεν θα αφήσουμε κανέναν πίσω».

