
Τσουχτερούς φόρους και πρόστιμα απειλούν όσους παίζουν στοίχημα και γενικά τυχερά παιχνίδια, σε μη αδειοδοτημένες στην Ελλάδα στοιχηματικές εταιρείες.
Ο συνολικός λογαριασμός που καταφτάνει στους εν λόγω «παίκτες» αγγίζει ή και ξεπερνά το 50%, ανάλογα με την περίοδο που αφορά, όπως προκύπτει από πολλές αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ.
Η εφορία βρίσκει όσους παίζουν σε μη αδειοδοτημένες στοιχηματικές εταιρείες μέσα από τα ποσά που πιστώνονται στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, κατά τους ελέγχους των καταθέσεων που διενεργούνται σε 24ωρη βάση.
Τονίζεται πως ο έλεγχος αφορά τραπεζικούς λογαριασμούς, φορολογουμένων με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, είτε αυτοί βρίσκονται σε τράπεζες του εσωτερικού ή του εξωτερικού.
Βαρύς ο πέλεκυς
Όταν η εφορία εντοπίσει στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογούμενου, ποσό που προέρχεται από κέρδη που αποκομίστηκαν από τυχερό παιχνίδι, σε εταιρεία μη αδειοδοτημένη, τότε το ποσό χαρακτηρίζεται «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας» και:
- Φορολογείται με 33% από το πρώτο ευρώ.
- Επιβάλλεται πρόστιμο 50% επί του φόρου, λόγω υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
- Επιβάλλεται εισφορά αλληλεγγύης, εάν αφορά έτος στο οποίο ίσχυε.
- Καταλογίζονται προσαυξήσεις από το έτος που εντοπίστηκε το ποσό από τη στοιχηματική εταιρεία.
Μαρτυρούν οι καταθέσεις
Η τελευταία υπόθεση που εκδικάστηκε από τη ΔΕΔ, εντοπίστηκε από μερικό φορολογικό έλεγχο που διενήργησε η Δ.Ο.Υ. ΙΓ’ Αθηνών σε φυσικό πρόσωπο, κατά τον οποίο εντοπίστηκαν αδικαιολόγητες πρωτογενείς καταθέσεις σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς για τα έτη 2015 και 2016. Συγκεκριμένα, το 2015 είχαν πιστωθεί 10.676,49 ευρώ, ενώ το 2016 ακόμη 5.388,75 ευρώ.
Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι τα 10.676,49 ευρώ του 2015 αποτελούσαν κέρδη από τη στοιχηματική πλατφόρμα «Gamebookers», εταιρεία που όμως είχε πλέον διακόψει τη λειτουργία της — γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα να προσκομίσει τις σχετικές επίσημες βεβαιώσεις κερδών.
Η ΔΕΔ απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι οι συγκεκριμένες τραπεζικές πιστώσεις συνιστούν εισόδημα από προσαύξηση περιουσίας.
Αντίθετα, έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή για άλλες, μικρότερες καταθέσεις, οι οποίες αποδείχθηκε ότι προέρχονταν από νομίμως αδειοδοτημένες στοιχηματικές εταιρείες στην Ελλάδα και είχαν ήδη φορολογηθεί αυτοτελώς στην πηγή, βάσει του ν. 2961/2001.
Το σκεπτικό της απόφασης στηρίζεται στην πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 884/2016), σύμφωνα με την οποία ο φορολογούμενος φέρει πλήρως το βάρος να γνωρίζει και να αποδεικνύει στην ελεγκτική αρχή την αληθή προέλευση των χρημάτων που εισρέουν στους λογαριασμούς του.
Τι ισχύει
Η διάκριση που κάνει η φορολογική διοίκηση είναι σαφής: τα κέρδη από τυχερά παίγνια που προσφέρονται από αδειοδοτημένους παρόχους στην Ελλάδα υπάγονται σε ειδική αυτοτελή φορολόγηση ανά δελτίο ή παικτική συνεδρία.
Όταν όμως τα κεφάλαια προέρχονται από μη αδειοδοτημένους παρόχους του εξωτερικού, χωρίς τα απαραίτητα παραστατικά, οι ελληνικές αρχές δεν αναγνωρίζουν τη δραστηριότητα ως νόμιμη ούτε θεωρούν ότι έχει φορολογηθεί και άρα φορολογείται.

