
Η αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ από την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τον Φεβρουάριο ανοίγει μια κρίσιμη διαδικασία διαδοχής. Ο επόμενος πρόεδρος θα κληθεί να διαχειριστεί αλλεπάλληλες οικονομικές αναταράξεις, γεωπολιτικές πιέσεις και δύσκολες αποφάσεις για τη σταθερότητα της Ευρωζώνης, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Όταν η Κριστίν Λαγκάρντ ανέλαβε την προεδρία της ΕΚΤ, στα τέλη του 2019, η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετώπιζε ήδη επιβράδυνση, ο πληθωρισμός βρισκόταν σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα και τα επιτόκια ήταν αρνητικά. Οι προκλήσεις ήταν υπαρκτές, χωρίς ωστόσο να προμηνύουν την ένταση των κρίσεων που θα ακολουθούσαν. Μέσα σε λίγους μήνες, η πανδημία Covid-19 ανέτρεψε τις οικονομικές ισορροπίες, εγκαινιάζοντας μια περίοδο διαδοχικών αναταράξεων.
Ακολούθησαν το ενεργειακό σοκ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οι αναταράξεις από τους παγκόσμιους δασμούς που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ την περασμένη χρονιά και μια νέα ενεργειακή κρίση εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Έπειτα από περισσότερα από επτά χρόνια διαχείρισης αλλεπάλληλων κρίσεων, η Λαγκάρντ ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι θα αποχωρήσει τον Φεβρουάριο, με τη διαδικασία επιλογής του διαδόχου της να έχει ήδη ξεκινήσει.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικοί κραδασμοί αναμένεται να ενταθούν, ενώ η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζουν ταυτόχρονα την παραγωγή, τις αγορές και την οικονομική πολιτική, η ΕΚΤ χρειάζεται έναν επικεφαλής με πραγματισμό και ευελιξία.
Απαραίτητα προσόντα: οικονομική και πολιτική εμπειρία
Η βασική αποστολή ενός κεντρικού τραπεζίτη παραμένει φαινομενικά απλή: η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, με στόχο πληθωρισμού περίπου 2%. Στην περίπτωση της ΕΚΤ, ωστόσο, η αποστολή αφορά 21 χώρες με διαφορετικές οικονομικές συνθήκες και προτεραιότητες. Οι αποφάσεις δεν αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση των επιμέρους εθνικών οικονομιών, αλλά στη διατήρηση της σταθερότητας του μέσου πληθωρισμού στην Ευρωζώνη.
Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ περιλαμβάνει τα έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, μεταξύ των οποίων τον πρόεδρο, καθώς και τους διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών των χωρών της Ευρωζώνης. Η οικοδόμηση συναινέσεων σε ένα τόσο σύνθετο θεσμικό περιβάλλον αποτελεί καθοριστική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής.
Σε αυτό το πεδίο, η Λαγκάρντ πιστώνεται ότι διαμόρφωσε ένα περισσότερο συνεργατικό κλίμα στο μεγάλο διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας. Η προηγούμενη θητεία της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φαίνεται ότι συνέβαλε σε αυτή την προσέγγιση. Η γενική διευθύντρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, Νγκόζι Οκόντζο-Ιουεάλα, εκτιμά ότι η εμπειρία της Λαγκάρντ στην οικοδόμηση συναινέσεων, την οποία καλλιέργησε στο ΔΝΤ, αποδείχθηκε πολύτιμη και στην ΕΚΤ.
Το προφίλ της διαφέρει αισθητά από εκείνο του προκατόχου της, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος διέθετε ήδη μακρά εμπειρία στον χώρο της κεντρικής τραπεζικής. Ο διάδοχος θα πρέπει να συνδυάζει διαφορετικές δεξιότητες: βαθιά γνώση της οικονομίας, θεσμική εμπειρία και πολιτική οξυδέρκεια. Δεν αρκεί, δηλαδή, να γνωρίζει τη λειτουργία των αγορών και των νομισματικών εργαλείων, αλλά πρέπει να μπορεί να διαχειρίζεται και τις πολιτικές ισορροπίες που επηρεάζουν τις αποφάσεις της Ευρώπης.
Η κούρσα διαδοχής και ο γαλλικός παράγοντας
Στα ονόματα που εμφανίζονται ως επικρατέστερα για τη διαδοχή της Λαγκάρντ περιλαμβάνονται ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας, Κλάας Νοτ και ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας, Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, ο οποίος σήμερα είναι γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών. Και οι δύο διαθέτουν περισσότερο παραδοσιακό προφίλ κεντρικού τραπεζίτη, με ισχυρό υπόβαθρο στη νομισματική πολιτική.
Η επιλογή του προέδρου της ΕΚΤ γίνεται από τους Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι συχνά επιδιώκουν να προωθήσουν υποψηφίους της επιλογής τους για τις κορυφαίες θέσεις των ευρωπαϊκών θεσμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Λαγκάρντ να αποχωρήσει πριν από την κανονική ολοκλήρωση της θητείας της έχει προκαλέσει συζητήσεις, κυρίως λόγω της χρονικής σύμπτωσης με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης.
Η αποχώρησή της τον Φεβρουάριο επιτρέπει να επιλεγεί ο διάδοχός της όσο ο Εμανουέλ Μακρόν παραμένει στην προεδρία της Γαλλίας. Η εξέλιξη θεωρείται σημαντική, καθώς η επικρατέστερη υποψήφια στις εκλογές, Μαρίν Λεπέν, έχει εκφράσει εχθρικές θέσεις απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ορισμένοι θεωρούν ότι η σύνδεση της διαδικασίας διαδοχής με τις πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία ενισχύει την πολιτικοποίηση ενός ανεξάρτητου θεσμού. Άλλοι, αντίθετα, εκτιμούν ότι η έγκαιρη επιλογή νέας ηγεσίας μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά για την ευρωπαϊκή θεσμική συνέχεια.
Ο πρόεδρος του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, Μαρσέλ Φράτσερ, χαρακτήρισε την αποχώρηση της Λαγκάρντ ένδειξη υπευθυνότητας απέναντι στην Ευρώπη και την ΕΚΤ, σύμφωνα με τους New York Times, καθώς δίνει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και στους θεσμούς τη δυνατότητα να επιλέξουν έναν διάδοχο που θα υπερασπιστεί τις ευρωπαϊκές αξίες.
Η γαλλική κρίση χρέους και το όριο της παρέμβασης
Η πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί πιέσεις στις αγορές. Οι επενδυτές απομακρύνονται τις τελευταίες εβδομάδες από τα γαλλικά ομόλογα, οδηγώντας το κόστος δανεισμού της χώρας υψηλότερα. Η ανησυχία συνδέεται με την απουσία ενός αξιόπιστου σχεδίου περιορισμού του δημόσιου χρέους, τόσο από την υφιστάμενη κυβέρνηση, όσο και από τους υποψηφίους που προηγούνται στην εκλογική αναμέτρηση.
Η ταχύτητα με την οποία εκδηλώθηκαν οι πιέσεις έχει επαναφέρει το ερώτημα εάν η ΕΚΤ θα μπορούσε να παρέμβει για να περιορίσει την αστάθεια στην αγορά γαλλικών ομολόγων. Προς το παρόν, η απάντηση φαίνεται αρνητική, καθώς η αναταραχή αποδίδεται κυρίως στις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Γαλλίας, έναν τομέα στον οποίο η κεντρική τράπεζα οφείλει να μην παρεμβαίνει.
Η ΕΚΤ, ωστόσο, διατηρεί τη δυνατότητα παρέμβασης όταν η υπερβολική μεταβλητότητα απειλεί την ομαλή λειτουργία των αγορών και προκαλεί ευρύτερες επιπτώσεις. Εάν οι πιέσεις στα γαλλικά ομόλογα επεκταθούν και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, το δίλημμα θα οξυνθεί. Από τη μία πλευρά, η τράπεζα θα πρέπει να αποτρέψει μια γενικευμένη κρίση χρέους. Από την άλλη, μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις, με την κατηγορία ότι μειώνει τεχνητά το κόστος δανεισμού και διευκολύνει κυβερνήσεις να ακολουθούν δημοσιονομικές πολιτικές, τις οποίες οι επενδυτές θα απέρριπταν υπό κανονικές συνθήκες.
Το ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες για τη νέα ηγεσία. Η καθηγήτρια του Χάρβαρντ και πρώην αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Γκίτα Γκοπινάθ, εκτιμά, σύμφωνα με τους NY Times, ότι ενδέχεται να αυξηθεί η πίεση προς την ΕΚΤ για παρέμβαση. Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι ο πρόεδρός της πρέπει να διαθέτει την κρίση και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για να αποφασίζει, σε συνεργασία με το διοικητικό συμβούλιο, πότε είναι αναγκαία μια παρέμβαση και πότε πρέπει να αποφεύγεται.
Αυτή είναι, τελικά, η διπλή πρόκληση για τον διάδοχο της Λαγκάρντ: να διαφυλάξει τη σταθερότητα των τιμών και τη συνοχή της Ευρωζώνης, χωρίς να επιτρέψει στις πολιτικές πιέσεις και στις δημοσιονομικές επιλογές των κυβερνήσεων να υπονομεύσουν την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.

