Μετρήσιµα περιβαλλοντικά αποτελέσµατα, πολυετείς ενισχύσεις και συµβόλαια µε τη βιοµηχανία διαµορφώνουν τις προοπτικές για µετάβαση στο µοντέλο της αναγεννητικής γεωργίας. Πρόκειται για ένα καλλιεργητικό πρότυπο το οποίο βασίζεται κυρίως σε συνδυασµούς πρακτικών, όπως η µειωµένη κατεργασία του εδάφους, οι καλλιέργειες κάλυψης, η αµειψισπορά, η διατήρηση φυτικών υπολειµµάτων και η καλύτερη διαχείριση της οργανικής ουσίας. Η επιλογή τους εξαρτάται από το κλίµα, τον τύπο του εδάφους και τις ανάγκες κάθε καλλιέργειας. Για την ελληνική γεωργία, οι δυνατότητες εφαρµογής διαφέρουν ανά παραγωγικό σύστηµα. Στο βαµβάκι και στον αραβόσιτο, η αµειψισπορά, η διατήρηση των υπολειµµάτων και η βελτίωση της διαχείρισης του νερού µπορούν να αποτελέσουν βασικά εργαλεία. Στα σιτηρά, η περιορισµένη κατεργασία και η φυτοκάλυψη, όπου είναι εφικτή, µπορούν να συµβάλουν στον περιορισµό της διάβρωσης και στη βελτίωση της δοµής του εδάφους. Σε ελαιώνες και αµπελώνες, η ελεγχόµενη φυτοκάλυψη µπορεί να προστατεύσει το έδαφος από τις έντονες βροχοπτώσεις και να ενισχύσει τη βιοποικιλότητα.
Την ίδια ώρα, «σκόρπιες» πρακτικές ήδη εφαρµόζονται και επιδοτούνται. Για παράδειγµα η φυτοκάλυψη βρίσκει στήριξη από τα οικολογικά σχήµατα, το ίδιο και οι πρακτικές εφαρµογής κοµπόστ, ενώ η αµειψισπορά ήταν µία πρακτική που έβρισκε ενίσχυση από το Μέτρο της Απονιτροποίησης το οποίο καταργήθηκε.
Με αφετηρία την ερχόµενη ΚΑΠ, δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να διαµορφωθεί και να επιδοτείται ένα κοινό εθνικό πρότυπο το οποίο θα ενσωµατώνει το σύνολο των πρακτικών της αναγεννητικής γεωργίας. Οι σηµαντικότερες πρακτικές που θεωρείται πως υπηρετούν το µοντέλο αυτό είναι:
■ Μειωµένη ή µηδενική κατεργασία: περιορίζει τη διατάραξη του εδάφους, αλλά απαιτεί κατάλληλη διαχείριση ζιζανίων και φυτικών υπολειµµάτων.
■ Καλλιέργειες κάλυψης: φυτά που διατηρούν το έδαφος καλυµµένο ανάµεσα στις κύριες καλλιέργειες, περιορίζοντας τη διάβρωση.
■ Αµειψισπορά και ψυχανθή: διαφοροποιούν το σύστηµα και µπορούν να περιορίσουν την ανάγκη για αζωτούχα λίπανση.
■ ∆ιατήρηση φυτικών υπολειµµάτων και προσθήκη οργανικής ουσίας: συµβάλλουν στη βελτίωση της δοµής και της λειτουργίας του εδάφους.
■ Αγροδασοπονία και συνδυασµός φυτικής και ζωικής παραγωγής: µπορούν, υπό κατάλληλες συνθήκες, να ενισχύσουν τη βιοποικιλότητα και την ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων.
Ειδική οµάδα 20 εµπειρογνωµόνων του ευρωπαϊκού δικτύου EU CAP Network, η οποία εξέτασε την αναγεννητική γεωργία την περίοδο 2023-2024, κατέληξε ότι οι πρακτικές µπορούν να προσφέρουν µετρήσιµα οφέλη για την υγεία του εδάφους.
Υψηλη υποβαθµιση για το 18% των ελληνικων εδαφων
Η ερηµοποίηση και η υποβάθµιση των εδαφών αναδεικνύονται σε σοβαρές απειλές για την ελληνική γεωργία, καθώς µεγάλο µέρος της χώρας αντιµετωπίζει προβλήµατα διάβρωσης, απώλειας γονιµότητας, αλατότητας και λειψυδρίας. Σε αυτόν τον τοµέα η συµβολή της αναγεννητικής γεωργίας µπορεί να είναι καθοριστική. Σύµφωνα µε τα όσα παρουσιάστηκαν στην ενηµερωτική εκδήλωση που διοργάνωσε η Γενική Γραµµατεία Ενωσιακών Πόρων και Υποδοµών για την ερηµοποίηση, µε θέµα «Το φαινόµενο της Ερηµοποίησης: Επιπτώσεις και µέτρα καταπολέµησης στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου ∆ράσης» την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το 18% των εδαφών της χώρας κατατάσσεται στην κατηγορία υψηλής υποβάθµισης και ένα επιπλέον 8% στην κατηγορία πολύ υψηλής υποβάθµισης.
Παράλληλα, το 52% των γεωργικών εδαφών αντιµετωπίζει σοβαρό κίνδυνο διάβρωσης, ενώ περίπου το 15% των πεδινών εκτάσεων εκτιµάται ότι παρουσιάζει πρόβληµα υψηλής αλατότητας. Η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική όσον αφορά τον κίνδυνο ερηµοποίησης. Περίπου το 15% της συνολικής έκτασης της χώρας χαρακτηρίζεται κρίσιµο και ήδη υποβαθµισµένο, ενώ το 53% χαρακτηρίζεται ευαίσθητο στην ερηµοποίηση. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την έκταση της πίεσης που δέχονται τα ελληνικά εδάφη, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η γεωργική δραστηριότητα εξαρτάται από περιορισµένους υδατικούς πόρους και οι εδαφικές συνθήκες επιβαρύνονται από τις κλιµατικές µεταβολές.
Βιολογική Αναγεννητική Γεωργία Πρότυπο ORA απο την ∆ΗΩ
του Δημήτρη Σωτηρόπουλου*
H αναγεννητική γεωργία κερδίζει διεθνώς έδαφος ως απάντηση στην υποβάθµιση των εδαφών, την απώλεια βιοποικιλότητας και την κλιµατική κρίση. Η φιλοσοφία της δεν εστιάζει απλά στη διατήρηση, αλλά στην ενεργή και σταδιακή αποκατάσταση των οικοσυστηµάτων. Αν και δεν έχει θεσµοθετηθεί έως τώρα ως σύστηµα γεωργικής παραγωγής εν τούτοις, η ∆ιεθνής Κοινότητα συγκλίνει στην αποδοχή 5 βασικών αρχών στις περισσότερες σχετικές πρωτοβουλίες που έχουν αναπτυχθεί έως σήµερα.
Οι αρχές αυτές είναι η προστασία του εδάφους και η ελάχιστη διατάραξή του, η διαρκής φυτοκάλυψη µε ζωντανές ρίζες, η ενσωµάτωση των ζώων στα συστήµατα παραγωγής και η δέσµευση άνθρακα. Ο όρος «αναγεννητική» χρησιµοποιείται συχνά χωρίς σαφή όρια ενώ, έχει παρατηρηθεί ακόµα και κακώς νοούµενη εκµετάλλευσή του από ορισµένες επιχειρήσεις, στην προσπάθεια δικαιολόγησης γεωργικών πρακτικών οι οποίες αντιβαίνουν κάθε έννοια βιωσιµότητας. Η βιολογική αναγεννητική γεωργία διαµορφώνει µια απολύτως σταθερή βάση και θωρακίζει το σύστηµα παραγωγής από κάθε τέτοια προσπάθεια εκµετάλλευσης. Χτίζει πάνω στο θεσµοθετηµένο πλαίσιο της βιολογικής παραγωγής και προσθέτει στόχους σχετικούς µε τη γονιµότητα του εδάφους, τη βιοποικιλότητα, το ανθρακικό αποτύπωµα, τη µείωση των εισροών και την ευζωία των ζώων.
Το Πρότυπο ORA – Organic Regenerative Agriculture αποτελεί πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Οικολογικής Γεωργίας ∆ΗΩ και του Οργανισµού ∆ΗΩ. Βασίζεται στη βιολογική παραγωγή ενώ, σε σχέση µε άλλες ανάλογες πρωτοβουλίες, πέρα από την υιοθέτηση των αρχών της αναγεννητικής γεωργίας, εστιάζει επιπλέον στη µείωση της χρήσης εισροών, στην αύξηση του οφέλους για τις τοπικές κοινωνίες και στην ανάδειξη των τοπικών παραδόσεων. Το σχήµα ξεκίνησε την εφαρµογή του στις αρχές του 2025 και µετρά ήδη ένα σηµαντικό αριθµό πιστοποιηµένων επιχειρήσεων σε πολλά µέρη της Ελλάδας. ∆ιαµορφώνει µια νέα δυναµική για τις βιολογικές εκµεταλλεύσεις, οι οποίες µπορούν να προσχωρήσουν στον αναπτυσσόµενο χώρο της αναγεννητικής παραγωγής. Το Σήµα Συµµόρφωσης ORA αποτελεί ένα ισχυρό στοιχείο διαφοροποίησης για τις επιχειρήσεις και εγγύηση για τους καταναλωτές.
*Υπεύθυνου Τμήματος Επικοινωνίας ΔΗΩ

Αναγεννητική γεωργία: Kοινοί κανόνες και ολιστική στρατηγική στην ελληνική παραγωγή
του Θωμά Αραπογιάννη*
H αναγεννητική γεωργία αποκτά αυξανόµενη σηµασία στη συζήτηση για το µέλλον της αγροτικής παραγωγής. Η αποκατάσταση της υγείας του εδάφους, η ενίσχυση της οργανικής ουσίας, η προστασία της βιοποικιλότητας και η αποτελεσµατικότερη αξιοποίηση των φυσικών πόρων αποτελούν ουσιαστικές επιδιώξεις. Για την ελληνική γεωργία, που αντιµετωπίζει την κλιµατική πίεση, τη λειψυδρία και το αυξηµένο κόστος, η προσέγγιση αυτή µπορεί να συµβάλει στην ανθεκτικότητα των εκµεταλλεύσεων και στη διατήρηση της παραγωγικής τους ικανότητας.
Η δυναµική αυτή ενισχύεται και από τη ζήτηση στην αγορά, καθώς µεγάλοι όµιλοι τροφίµων και διεθνείς αγοραστές αναζητούν προϊόντα που παράγονται σύµφωνα µε τις αρχές της αναγεννητικής γεωργίας. Για την ελληνική παραγωγή, η ανταπόκριση σε αυτές τις απαιτήσεις µπορεί να ενισχύσει την πρόσβαση σε απαιτητικές αγορές και να δηµιουργήσει ευκαιρίες για σταθερές εµπορικές συνεργασίες. Προϋπόθεση είναι η αξιόπιστη τεκµηρίωση των εφαρµοζόµενων πρακτικών και των αποτελεσµάτων τους.
Η αξιοποίηση αυτής της δυναµικής απαιτεί σαφές περιεχόµενο. Πρακτικές όπως η εδαφοκάλυψη, η αµειψισπορά, η περιορισµένη διατάραξη του εδάφους και η ορθολογική διαχείριση των εισροών χρειάζονται προσαρµογή στις τοπικές συνθήκες. Το ζητούµενο είναι να γνωρίζουµε τι εφαρµόζεται, µε ποια επιστηµονική τεκµηρίωση και ποια αποτελέσµατα επιτυγχάνονται. Η ίδια απαίτηση πρέπει να ισχύει για κάθε παραγωγό και κάθε φορέα που αξιολογεί την εφαρµογή της αναγεννητικής γεωργίας.
Εθνικό πρότυπο, διαπίστευση και δηµόσια εποπτεία
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα εθνικό πρότυπο αναγεννητικής γεωργίας, µε σαφείς απαιτήσεις, µετρήσιµους δείκτες και κοινές διαδικασίες ελέγχου. Η ανάπτυξή του πρέπει να γίνει µε συµµετοχή της επιστηµονικής κοινότητας, των παραγωγών και των εµπλεκόµενων φορέων, υπό τον συντονισµό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίµων και µε κεντρικό ρόλο του ΕΛΓΟ–∆ΗΜΗΤΡΑ.
Η εµπειρία από την επίβλεψη των φορέων πιστοποίησης προσφέρει χρήσιµη θεσµική βάση. Αντίστοιχα, η πιστοποίηση του νέου προτύπου να πραγµατοποιείται από φορείς διαπιστευµένους από το ΕΣΥ∆ και τον ΕΛΓΟ–∆ΗΜΗΤΡΑ στην εποπτεία εφαρµογής του εθνικού πλαισίου. Έτσι διασφαλίζονται διακριτές ευθύνες, τεχνική επάρκεια και ενιαίοι κανόνες για όλους.
Το πρότυπο πρέπει να προβλέπει αρχική αποτύπωση της κατάστασης κάθε εκµετάλλευσης, σχέδιο βελτίωσης και περιοδική αξιολόγηση. Οι απαιτήσεις οφείλουν να λαµβάνουν υπόψη την καλλιέργεια, το έδαφος και τις κλιµατικές συνθήκες, διατηρώντας κοινή µεθοδολογία. Παράλληλα, χρειάζονται κανόνες για την ιχνηλασιµότητα, τη χρήση ισχυρισµών, τη διαχείριση αποκλίσεων και την επιβολή κυρώσεων.
Η ανάγκη αυτή γίνεται εντονότερη ενόψει πιθανής σύνδεσης µε κοινοτικές ενισχύσεις. Η ΚΑΠ ήδη υποστηρίζει, µέσω οικολογικών σχηµάτων, περιβαλλοντικές πρακτικές, συµπεριλαµβανοµένης της ανθρακοδεσµευτικής γεωργίας. Αυτό δεν συνεπάγεται αυτόµατη χρηµατοδότηση κάθε σχήµατος που χαρακτηρίζεται «αναγεννητικό». Εφόσον σχεδιαστούν σχετικές παρεµβάσεις, οι δηµόσιοι πόροι πρέπει να συνδέονται µε τεκµηριωµένες δεσµεύσεις, ελέγξιµα αποτελέσµατα και ισότιµη µεταχείριση των δικαιούχων.
Κοινοί κανόνες, ανεξάρτητη πιστοποίηση και ουσιαστική δηµόσια εποπτεία περιορίζουν τα περιθώρια καταστρατήγησης και µειώνουν την πιθανότητα νέων σκανδάλων στη διαχείριση των ενισχύσεων. Τα χρήµατα πρέπει να φτάνουν στους πραγµατικούς παραγωγούς, σε εκείνους που καλλιεργούν, παράγουν και διαθέτουν τα προϊόντα τους στην αγορά. Η ελληνική ύπαιθρος έχει ανάγκη αυτούς τους πόρους για να παραµείνει παραγωγική και ζωντανή. Κάθε ευρώ που εκτρέπεται από τον σκοπό του, στερεί εισόδηµα, επενδύσεις και προοπτική από τους ανθρώπους της.
Έδαφος, νερό και άνθρακας σε κοινή στρατηγική
Η υγεία του εδάφους συνδέεται άµεσα µε το νερό, την ενέργεια, τη θρέψη και το περιβαλλοντικό αποτύπωµα της παραγωγής. Στο νερό, το ISO 46001 προσφέρει πλαίσιο συστηµατικής διαχείρισης της αποδοτικότητας χρήσης του, µε καταγραφή καταναλώσεων, στόχους, παρακολούθηση και συνεχή βελτίωση. Για τις ελληνικές εκµεταλλεύσεις και τις οργανώσεις παραγωγών, η σύνδεσή του µε ορθολογική άρδευση και κατάλληλες υποδοµές µπορεί να στηρίξει ουσιαστική εξοικονόµηση.
Αντίστοιχα, το ISO 14064 παρέχει πλαίσιο ποσοτικοποίησης και αναφοράς εκποµπών και απορροφήσεων αερίων του θερµοκηπίου σε επίπεδο οργανισµού. Η αξιόπιστη αποτύπωση και η ανεξάρτητη επαλήθευση µπορούν να στηρίξουν σχέδια µείωσης εκποµπών και τεκµηριωµένους περιβαλλοντικούς ισχυρισµούς.
Στην ίδια κατεύθυνση πρέπει να ενταχθούν η γεωργία ακριβείας, η ενεργειακή αποδοτικότητα, η αξιοποίηση υπολειµµάτων, η προστασία της βιοποικιλότητας και η εκπαίδευση. Η εφαρµογή χρειάζεται τεχνική υποστήριξη και συλλογικά σχήµατα, ώστε το κόστος τεκµηρίωσης και πιστοποίησης να παραµένει προσιτό και στις µικρότερες εκµεταλλεύσεις. Εξίσου σηµαντική είναι η αποφυγή επαναλαµβανόµενων ελέγχων και περιττής γραφειοκρατίας, µέσα από συντονισµένη αξιοποίηση των διαθέσιµων δεδοµένων.
Η επιτυχία θα κριθεί από τη βελτίωση της παραγωγικής βάσης και του αγροτικού εισοδήµατος. Με κοινούς κανόνες, δηµόσια εποπτεία και διεθνώς αναγνωρίσιµη τεκµηρίωση, η ελληνική παραγωγή µπορεί να µετατρέψει την περιβαλλοντική της επίδοση σε ισχυρό πλεονέκτηµα στις αγορές.
* Director Business Unit Certification TÜV HELLAS (TÜV NORD) S.A.

Ολόκληρο το αφιέρωμα της Agrenda στην αναγεννητική γεωργία μπορείτε να δείτε εδώ

