«Γνωρίζουμε ότι η αξιοκρατία είναι μια απάτη. […] Και βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι δεν έχουμε μέλλον σε αυτό το σύστημα όπου οι πλούσιοι δίνουν τις εντολές». Έτσι περιγράφεται στο κάλεσμα κινητοποιήσεων της Γενικής Συνέλευσης Μαθητών Λυκείου της Γαλλίας το αδιέξοδο που νιώθει η νεολαία εξαιτίας του υπάρχοντος συστήματος.
Σε αυτό το πνιγηρό αίσθημα η κατάρρευση ουσιαστικά της δημόσιας εκπαίδευσης, που προήλθε από τη χρόνια αποεπένδυση του κράτους, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι βγάζοντας στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές αρχικά στο Παρίσι και έπειτα σε όλη τη χώρα, φτάνοντας μέχρι τα υπερπόντια εδάφη, με τις διαδηλώσεις να υποστηρίζονται επίσης από εκπαιδευτικούς, γονείς, φοιτητές, εργαζόμενους και στελέχη της Αριστεράς.
Πλήρης εγκατάλειψη
«Οι μαθητές ζητούν αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργεί με λιγότερους εκπαιδευτικούς από το 2008, με 250.000 περισσότερους μαθητές. Οι σχολικές υποδομές, κυρίως στα λαϊκά προάστια, είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Ετσι εξηγείται γιατί η διαμαρτυρία ξεκίνησε από τα υποβαθμισμένα προάστια και όχι από τα κεντρικά λύκεια της πρωτεύουσας» περιγράφει στο Documento ο Νίκος Σμυρναίος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης. Αποτέλεσμα της μη αναπλήρωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού είναι ο υπερπληθυσμός των τάξεων (με το 70% αυτών να έχει άνω των 30 μαθητών και το 20% άνω των 35), όπως και τα μεγάλα κενά στη διδασκαλία μαθημάτων, με τις απουσίες μεγάλης διάρκειας εκπαιδευτικών να έχουν διπλασιαστεί από το 2018, σύμφωνα με ρεπορτάζ της γαλλικής εφημερίδας «Le Monde».
Την ίδια ώρα, «οι κτιριακές υποδομές έχουν πολλαπλά προβλήματα. Για παράδειγμα, οι εξετάσεις του Baccalauréat, του απολυτηρίου λυκείου, έγιναν εν μέσω καύσωνα σε κάκιστες συνθήκες» μας επισημαίνει ο Νίκος Γραικός, καθηγητής της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στο Παρίσι, ενώ συμπληρώνει ότι «από τη στιγμή που εδώ και χρόνια η πολιτική του Μακρόν και οκτώ διαδοχικών υπουργών Παιδείας στοχεύει στη διάλυση του δημόσιου σχολείου, το οποίο για τη γαλλική κοινωνία θεωρείται βασικός μοχλός κοινωνικής ανέλιξης ανεξαρτήτως ταξικού υποβάθρου, ήταν αναμενόμενο πως αργά ή γρήγορα θα υπήρχε αυτή η εξέγερση».
Η διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης συνεχίζεται και στην πανεπιστημιακή βαθμίδα, καθώς, όπως επισήμανε ο Γάλλος οικονομολόγος Τομάς Πικετί, επί προεδρίας Μακρόν ο προϋπολογισμός για την τριτοβάθμια εκπαίδευση την περίοδο 2017-26 έχει περικοπεί κατά 20% ανά φοιτητή/φοιτήτρια. Παράλληλα, το 2018 η κυβέρνηση θέσπισε και ένα σύστημα (ταξικού) περιορισμού ουσιαστικά των εισαγωγών στα πανεπιστήμια (Parcoursup), ενώ το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση Λεκορνί συζητούσε την καθιέρωση διδάκτρων τόσο για τις μεταλυκειακές τάξεις προετοιμασίας για τις ανώτατες σχολές όσο και γι’ αυτές που οδηγούν σε τεχνικά επαγγέλματα, μη αφήνοντας κανέναν δρόμο επαγγελματικής ειδίκευσης στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα. Μετά και την έντονη κοινωνική οργή, η κυβέρνηση φαίνεται να υπαναχωρεί για τα δίδακτρα. Ωστόσο αυτό δεν θα πρέπει να μεταφραστεί ως αλλαγή κατεύθυνσης, αφού «ο προϋπολογισμός του 2027 περιλαμβάνει για την ώρα περισσότερες από 1.000 θέσεις διδασκαλίας που περικόπτονται και, συνολικά, 43 δισ. ευρώ σε περικοπές», όπως σημειώνει στο Documento ο Γάλλος δημοσιογράφος Φαμπιάν Περιέ.
Για την ώρα, η απάντηση της κυβέρνησης Λεκορνί στις διαδηλώσεις είναι η ανακοίνωση γενικόλογων μέτρων, όπως και η κήρυξη έναρξης εσωτερικού διαλόγου στα σχολεία. Στην πράξη όμως η απάντηση ήταν η υπέρμετρη αστυνομική βία. «Είμαι 40 χρόνια στη Γαλλία, ποτέ δεν είχα βιώσει ξανά τέτοια αστυνομική καταστολή, ούτε επί Σιράκ ούτε επί Σαρκοζί, μόνο επί Μακρόν» τονίζει ο Ν. Γραικός για την αδιανόητη στάση της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών. Μετά και τον ακρωτηριασμό του χεριού μαθητή από βολίδα κρότου λάμψης η κυβέρνηση ανακοίνωσε την προσωρινή αναστολή χρήσης τους, αλλά την ίδια ώρα ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί επέμεινε ότι η αστυνομική βία είναι «αναλογική».
Ευρύτερη αγανάκτηση
Η πρώτη αντίδραση του Μακρόν ήταν να προσπαθήσει να εμφανίσει τις διαδηλώσεις ως πολιτικά υποκινούμενες από την Ανυπότακτη Γαλλία, αλλά όπως τονίζει ο Ν. Γραικός «κανένα κόμμα δεν έχει τέτοια δύναμη στη Γαλλία για να μπορέσει να προκαλέσει ένα τόσο μεγάλο κύμα διαμαρτυρίας». Ωστόσο, όπως συμπληρώνει ο ίδιος, οι διαδηλώσεις εντάσσονται στο ευρύτερο πολιτικό κλίμα αγανάκτησης εξαιτίας της λιτότητας του μακρονισμού, με τον Ν. Σμυρναίο να θυμίζει άλλωστε ότι «το κίνημα έρχεται έπειτα από χρόνια συνεχών κοινωνικών συγκρούσεων (συντάξεις, προϋπολογισμός), σε μια χώρα όπου η κυβέρνηση δεν διαθέτει πλειοψηφία και νομοθετεί υπό διαρκή απειλή πτώσης».
«Σύμφωνα με μελέτη του Restos du Cœur για την ακραία φτώχεια στη Γαλλία, περίπου ένας στους δέκα θα μπορούσε να χρειαστεί επισιτιστική βοήθεια μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Ταυτόχρονα, από το 2018 ο αριθμός των ατόμων που βιώνουν στεγαστική ανασφάλεια έχει αυξηθεί κατά 62%, ενώ ο πληθωρισμός ευθύνεται για περισσότερο από το ήμισυ της δραματικής αύξησης της αστεγίας» αναφέρει για την κατάσταση που επικρατεί ο Φ. Περιέ, καταλήγοντας: «Το κίνημα των μαθητών λυκείου είναι επομένως μια έκφραση από τους νέους της επιδεινούμενης κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στη Γαλλία, ένας δείκτης βαθιών φόβων και, πιο συγκεκριμένα, κοινωνικής παρακμής και έλλειψης προοπτικών».
Παράλληλα με το κίνημα των μαθητών τις επόμενες μέρες θα βρεθούν ξανά στον δρόμο τα «κίτρινα γιλέκα», με την εξέλιξη των γαλλικών κινητοποιήσεων και την επίδρασή τους στις κάλπες για την προεδρία το 2027 να αποκτούν ιδιαίτερο κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον.

